του Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη
Δυο
φορές και τρεις καιρούς, πριν από πολλά-πολλά χρόνια σε μια καταπράσινη
κοιλάδα στους πρόποδες του ψηλού βουνού, ζούσαν τα πρόβατα.
Ήταν ευτυχισμένα γιατί ήταν ελεύθερα.
Έβοσκαν
το χορτάρι της κοιλάδας, έπιναν το καθαρό νερό από το διπλανό ρυάκι,
γεννούσαν τα αρνιά τους, τα τάιζαν με το γάλα τους και τα μεγάλωναν για
να συνεχίσουν τον κύκλο της ζωής.
Τα
καλοκαίρια με τις μεγάλες ζέστες, άραζαν κάτω από τους ίσκιους των
φτελιάδων, τραγουδούσαν, έλεγαν ιστορίες, διάβαζαν και γενικά έκαναν ότι
κάνει κάθε ξένοιαστο πρόβατο στη ζωή του.
Το
χειμώνα με τα μεγάλα κρύα, είχαν το μαλλί τους να τα ζεσταίνει και τις
μικρές σπηλιές στους πρόποδες του βουνού για να προφυλάσσονται από τις
βροχές και τα χιόνια.
Στην άκρη της κοιλάδας είχαν χτίσει οι άνθρωποι τα σπίτια τους και έφτιαξαν ένα χωριό.
Οι
άνθρωποι τα πήγαιναν καλά με τα πρόβατα. Που και που έδιναν στα πρόβατα
λίγη τροφή κι εκείνα το ανταπέδιδαν με λίγο γάλα, όταν δεν το ήθελαν
για τα αρνιά τους.
Κάποιοι άνθρωποι, από το σόι των τσοπαναραίων, άρχισαν να πονηρεύονται.
Σκέφτηκαν
πως θα ήταν πολύ καλό γι’ αυτούς να μπορούσαν να παίρνουν από τα
πρόβατα όλο το γάλα και το μαλλί και, γιατί όχι, να σφάζουν και κανένα
πρόβατο για να γεμίζουν τα τραπέζια τους.