Πέμπτη 16 Αυγούστου 2018

ΗΠΑ – Τουρκία: Αντιθέσεις που ξεπερνούν τα όρια μιας εμπορικής πράξης

του Αλέκου Αναγνωστάκη 

Ανακούφιση προκάλεσε η είδηση της απόφασης απελευθέρωσης των δύο ελλήνων στρατιωτικών από το τουρκικό δικαστήριο, στις 14 Αυγούστου, χωρίς μάλιστα περιοριστικούς όρους που σημαίνει την άμεση επιστροφή τους στις οικογένειες τους. Με βάση του τουρκικό δικαστήριο, οι προηγούμενες κατηγορίες για κατασκοπεία δεν τεκμηριώνονται κι έτσι θα δικαστούν μόνο με την κατηγορία της παράνομης εισόδου σε απαγορευμένη στρατιωτική ζώνη.
Η ευχάριστη αυτή είδηση δεν μπορεί να ερμηνευτεί ανεξάρτητα από την παρατηρούμενη όξυνση στις τουρκο-αμερικανικές σχέσεις (κι ως μία προσπάθεια της Άγκυρας να κλείσει τα ανοιχτά της μέτωπα με τις γειτονικές χώρες) έτσι όπως κλιμακώθηκε ειδικότερα τους τελευταίους πέντε μήνες.
Στα μέσα του περασμένου Απριλίου η κεντρική τράπεζα της Τουρκίας έδωσε στη δημοσιότητα την ετήσια έκθεσή της, από την οποία προέκυπτε ότι στις αρχές του 2018 μετέφερε περίπου 30 τόνους τουρκικού χρυσού από τα θησαυροφυλάκια της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας Federal Reserve στην Τράπεζα της Αγγλίας και στην Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS).

Η εξαιρετικά σοβαρή αυτή κίνηση αποκάλυπτε το βάθος των προβλημάτων στις τουρκοαμερικάνικες σχέσεις, την πρόβλεψη της Άγκυρας για πιθανό αμερικάνικο πλήγμα στην οικονομία της Τουρκίας.
Τα επεισόδια στις σχέσεις Τουρκίας – ΗΠΑ πυκνώνουν καθώς οι διακηρύξεις τις αμερικάνικης κυβέρνησης επιβεβαιώνουν τις τούρκικες εκτιμήσεις δίχως να αφήνουν και πολλά περιθώρια.
Αυτήν τη φορά ο κίνδυνος είναι διπλός και προέρχεται από τις αποφάσεις του Αμερικανού προέδρου να επαναφέρει τις οικονομικές κυρώσεις κατά του Ιράν και να διπλασιάσει τους δασμούς για εισαγόμενο στις ΗΠΑ αλουμίνιο και χάλυβα. Δασμοί τους οποίους είχε ήδη τον περασμένο Μάιο αυξήσει, προς όλες τις χώρες, στο 10% για το αλουμίνιο και στο 25% για το χάλυβα.
Τώρα οι δασμοί θα φτάσουν στο 50% για το χάλυβα και στο 20% για τις εισαγωγές αλουμινίου προκειμένου – κατά τον Τραμπ - «να προστατευθούν οι Αμερικάνοι παραγωγοί και να διασφαλισθούν οι θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ».
Αλλά η Τουρκία είναι ο όγδοος μεγαλύτερος παραγωγός χάλυβα στον κόσμο, η έκτη χώρα με τις μεγαλύτερες εξαγωγές χάλυβα στις ΗΠΑ (αντιστοιχούν στο 5,6% των αμερικανικών εισαγωγών χάλυβα) καθώς και ο εικοστός παγκόσμιος παίκτης σε αλουμίνιο.
Την πρώτη επιβολή δασμών το Μάρτη του 2018 ο τουρκικός Σύνδεσμος Εξαγωγέων Χάλυβα (TSEA) στην ουσία την αποδέχθηκε καθώς ο αμερικανικός χάλυβας – κατά τον TSEA - κοστίζει περίπου 850 δολάρια ανά τόνο έναντι 600 δολαρίων που στοίχιζαν μέχρι την επιβολή των δασμών οι εισαγωγές τουρκικού χάλυβα.
Άρα μία αύξηση των δασμών κατά 25% στον τουρκικό χάλυβα θα αύξανε το κόστος του στα 750 δολάρια τον τόνο, 100 δολάρια φτηνότερα από τον αμερικάνικο. «Ανταγωνιζόμαστε τις τιμές των Αμερικανών παραγωγών και με την επιβολή πρόσθετου δασμού», σημείωνε τότε ο πρόεδρος του TSEA, προσθέτοντας «επομένως, δεν φαίνεται να υπάρχει μειονέκτημα».
Αλλά τώρα, με το δεύτερο κύμα δασμών, η τιμή του τούρκικου χάλυβα θα ξεπεράσει τα 850 δολάρια.
Προς τι λοιπόν οι εισαγωγές από την Τουρκία;
Το πλήγμα επομένως είναι καίριο και ξεπερνά τα όρια μιας εμπορικής πράξης και των δίκαιων – κατά Τραμπ- εμπορικών συναλλαγών.
Αν στην επιβολή δασμών προστεθούν οι κυρώσεις εναντίον του Ιράν τότε το όλο ζήτημα αποκτά γεωπολιτικές διαστάσεις.
Στην πραγματικότητα οι ΗΠΑ επιχειρούν συνεχώς ώστε να περιορίσουν την Τουρκία και το Ιράν σε ρόλο περιφερειακών δυνάμεων περιορισμένης ισχύος σε μια περιοχή που δεν περικλείει μόνο τα μεγαλύτερα κοιτάσματα πετρελαίου και αερίου στον κόσμο αλλά είναι δίπλα- με ό,τι αυτό δυνητικά συνεπάγεται - στους μεγαλύτερους παγκόσμιους «παίκτες», την Κίνα, τη Ρωσία και την Ινδία.
Ο ίδιος ο Τραμπ δήλωσε πως οι νέες κυρώσεις των ΗΠΑ σε βάρος του Ιράν είναι «οι πιο σκληρές κυρώσεις που έχουν επιβληθεί ποτέ» και πως «το Νοέμβριο θα ενταθούν σε άλλο ένα επίπεδο. Όποιος κάνει μπίζνες με το Ιράν ΔΕΝ θα κάνει μπίζνες με τις Ηνωμένες Πολιτείες».
Άρα οι ΗΠΑ επιβάλλουν δια του Ιράν κυρώσεις παγκόσμια στο πλαίσιο της - κατά τον Τραμπ- νεοδεξιάς διπλωματικής αρχής της «διπλωματίας κυρίαρχων κρατών».
Οι εξελίξεις ξεπερνούν επομένως τις σχέσεις των δυο χωρών.
Ως γνωστόν οι οικονομικές κυρώσεις είναι «ήπιος» πόλεμος, είναι μέτρα πολεμικού χαρακτήρα.
Οι κυρώσεις του αμερικάνικου κατεστημένου που επιβάλλει η κυβέρνηση Τραμπ απαγορεύουν στο Ιράν να εξάγει βιομηχανικά και αγροτικά προϊόντα, να συναλλάσσεται στις διεθνείς αγορές και να εισάγει αυτοκίνητα, αεροπλάνα και τα ανταλλακτικά τους.
Στις ανάλογες κυρώσεις που είχαν επιβληθεί στο Ιράν κατά την επανάσταση, τα θύματα – εκτός των άλλων – των αεροπορικών δυστυχημάτων ήταν πάνω από 2.000 εξ αιτίας της έλλειψης των απαραίτητων ανταλλακτικών.
Οι μνήμες επανέρχονται αλλά μαζί τους και οι συλλογικές αντιδράσεις.
Τώρα και η κυβέρνηση Ερντογάν δηλώνει δημόσια πως θα διατηρήσει κανονικά τις εμπορικές της σχέσεις με το Ιράν, παρά την επιβολή των αμερικανικών κυρώσεων.

Οι σχέσεις στενού τύπου Ιράν - Τουρκίας έχουν τη δική τους ιστορία

Να θυμηθούμε πως τις ίδιες μέρες που η Τράπεζα της Τουρκίας μετέφερε τον χρυσό, ο Τούρκος υπουργός Οικονομίας Νιχάτ Ζεϊμπεκτσί μετέβαινε στην Τεχεράνη, συνοδευόμενος από επιχειρηματίες και οικονομικούς παράγοντες, με στόχο τη σύσφιγξη των οικονομικών σχέσεων με το Ιράν.
Η τουρκική τράπεζα Halkbank διευκόλυνε επίσης  την Τεχεράνη να παρακάμπτει το αμερικανικό εμπάργκο, γι’ αυτό πρόσφατα η αμερικανική δικαιοσύνη καταδίκασε τον Μεχμέτ Χακάν Αττίλα, αντιπρόεδρο της Halkbank, σε κάθειρξη 32 μηνών, επειδή έστησε τον μηχανισμό μέσω του οποίου η εν λόγω τράπεζα βοήθησε το Ιράν να παρακάμψει τις κυρώσεις.
Άρα οι σχέσεις στενού τύπου Ιράν - Τουρκίας έχουν τη δική τους ιστορία.
Σε επίσκεψή του στην ιρανική πρωτεύουσα προ μηνών, ο Τούρκος πρόεδρος υποσχέθηκε ότι οι τουρκικές τράπεζες θα ανοίξουν υποκαταστήματα στο Ιράν για να εξυπηρετήσουν το διμερές εμπόριο στα τοπικά νομίσματα. Τις ίδιες ημέρες οι κεντρικές τράπεζες των δύο χωρών υπέγραψαν συμφωνία, με την οποία δεσμεύονται να χρησιμοποιούν τα εθνικά τους νομίσματα στις διμερείς εμπορικές συναλλαγές.
(Δεν πάνε πολλά χρόνια που ο Σαντάμ Χουσεΐν σχεδίαζε την αντικατάσταση του δολαρίου με το ευρώ στις αγοραπωλησίες πετρελαίου. Το εμπορικό αντάρτικο δεν έχει τελειωμό…).
Αλλά και αν οι τουρκικές τράπεζες αποφύγουν να ανοίξουν υποκαταστήματα στο Ιράν, ή αυτό καταστεί αδύνατον μετά την επαναφορά των κυρώσεων, στην Κωνσταντινούπολη υπάρχει παράρτημα της ιρανικής τράπεζας Bank Mellat, που θα μπορούσε να αναλάβει τη διεκπεραίωση των εμβασμάτων.
Οι οικονομικοί δεσμοί μεταξύ των δύο χωρών δεν είναι επομένως μόνο στενοί, είναι και πολυπλόκαμοι.
Όπως προκύπτει από επίσημα στοιχεία του τουρκικού υπουργείου Οικονομικών, οι εμπορικές συναλλαγές Τουρκίας - Ιράν κορυφώθηκαν το 2012, όταν η Τουρκία εξήγαγε χρυσό στο Ιράν, και έφθασαν τα 22 δισ. δολάρια. ΄Εκτοτε ακολούθησαν πτωτική πορεία, υποχωρώντας στα 9,7 δισ. δολάρια το 2016, για να ανακάμψουν στα 10,7 δισ. δολάρια την περασμένη χρονιά. Τώρα το Συμβούλιο Εξωτερικών Οικονομικών Σχέσεων της Τουρκίας, που διοργάνωσε την προαναφερθείσα επίσκεψη Ερντογάν στο Ιράν, εκτιμά δημόσια πως οι διμερείς εμπορικές σχέσεις μπορούν να εκτοξευθούν και να φτάσουν τον στόχο των 30 δισ. δολαρίων ετησίως 300% πάνω από τα ισχύοντα!
Εξάλλου το Ιράν είναι ο τρίτος προμηθευτής της Τουρκίας σε ενέργεια, καθώς της παρέχει το 22% των εισαγωγών της σε αργό πετρέλαιο και πάνω από το 16% σε φυσικό αέριο και η Τουρκία είναι η τέταρτη μεγαλύτερη αγορά για τις εξαγωγές του Ιράν.
Διακοπή αυτών των σχέσεων σημαίνει οικονομική κατάρρευση και μάλιστα με θόρυβο.
Καμία κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να δεχτεί κάτι τέτοιο, ούτε φυσικά ο Ερντογάν.
Η Τουρκία επομένως δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.
Παρά τους όποιους κινδύνους μπορεί να συνεπάγεται για την Άγκυρα, το σύνολο σχεδόν των πολιτικών και οικονομικών αναλυτών εκτιμούν ότι η ακολουθούμενη πολιτική θα είναι πράγματι η επιλογή της Άγκυρας.
Σε σχόλιό του στην έγκυρη ιστοσελίδα Al-Monitor, ο έγκριτος οικονομολόγος και καθηγητής Οικονομικών Κέναν Μορτάν που παρακολουθεί θέματα Μέσης Ανατολής, προβλέπει ότι η Τουρκία θα βρεθεί υπό μεγάλη πίεση, αλλά θα βρει τρόπους να παρακάμψει τις κυρώσεις και να συνεργαστεί και πάλι με το Ιράν.
Στη διαμάχη αυτή, που δεν έχει τελειωμό καθώς επικαθορίζεται από τον αιώνιο νόμο του καπιταλισμού, τον ανταγωνισμό, θα χρησιμοποιηθούν όλα τα μέσα, μαζί και οι ανακωχές και οι προσωρινές συμφωνίες.
Η Άγκυρα σύμφωνα με δηλώσεις του υπουργού Ενέργειας της Τουρκίας, Fatih Dönmez, έχει αποστείλει αντιπροσωπία στον Λευκό Οίκο για τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων συμπεριλαμβανομένου του θέματος των κυρώσεων.
Ταυτόχρονα μάλιστα με τη πτώση-ρεκόρ της τούρκικης λίρας έως και 20% έναντι του δολαρίου, ο υπουργός οικονομικών της Τουρκίας ανακοίνωσε την εκπόνηση μελέτης για την προώθηση ενός νέου οικονομικού μοντέλου.
«Υπάρχουν διάφορες εκστρατείες σε εξέλιξη. Μην δίνετε σημασία», επισημαίνει ο Τούρκος πρόεδρος.
«Μην ξεχνάτε, συνεχίζει, πως αν έχουν τα δολάριά τους, εμείς έχουμε τον λαό μας, τον Θεό μας. Εργαζόμαστε σκληρά. Δείτε πώς είμαστε πριν από 16 χρόνια και δείτε μας σήμερα».
Ο Ερντογάν επικαλείται το Λαό και το θεό και όχι μόνο τον Αλλάχ όπως μετέδιδαν ελληνικά ΜΜΕ.
Φυσικά επικαλείται το λαό ώστε αυτός να συναινέσει στην ίδια την εκμετάλλευση του. Ο ίδιος εξάλλου  γνωρίζει πως η πολιτική των ΗΠΑ εκτός της υποτίμησης της λύρας συνεπάγεται δυσκολίες στις διεθνείς συναλλαγές, πρόβλημα συναλλαγματικού αποθέματος.  Στο βαθμό που η άνοδος των εξαγωγών δεν καλύπτει την υποτίμηση θα οδηγείται στην αναζήτηση κεφαλαίων χρηματοδότησης των εισαγωγών από άλλες χώρες αλλά και από το ΔΝΤ.
Ο Ερντογάν λοιπόν έτσι η αλλιώς, είτε ο ίδιος είτε ακόμη επαχθέστερα μέσω του ΔΝΤ θα οδηγηθεί στη λήψη αντιλαϊκών μέτρων οξύνοντας τα προβλήματα του τούρκικου λαού.
Τα δεδομένα επομένως  στην Τουρκία αλλάζουν.
Στην ουσία η κυβέρνηση Ερντογάν είναι αδύνατο να αποφύγει εσωτερικούς τριγμούς και αντιθέσεις, από τα μέτρα λιτότητας που θα επιβληθούν με ή χωρίς το ΔΝΤ.
Σε αυτές τις συνθήκες και στη δυναμική τους αυτό που προέχει είναι η αλληλεγγύη στον αγωνιζόμενο τούρκικο λαό. Απαιτείται μέτωπο ενάντια σε όσους, από την ακροδεξιά ως την κυβέρνηση, επιχαίρουν πιθανών προβλημάτων στη γείτονα χώρα, η έμπρακτη ενίσχυση της μαχόμενης Αριστεράς και δη της κομουνιστικής στόχευσης και στις δυο πλευρές του Αιγαίου.

Στον απόηχο των νέων εξελίξεων

Στον απόηχο των νέων εξελίξεων, στα κατεχόμενα εδάφη στην Κύπρο ξεκινά εκ νέου η δημόσια συζήτηση για την μετάβαση από την τουρκική λίρα σε ευρώ. Κι αυτό γιατί η αγοραστική δύναμη στα κατεχόμενα πέφτει ραγδαία έναντι του ευρώ της Κυπριακής Δημοκρατίας
Ο ίδιος ο «Πρωθυπουργός» Τουφάν Έρχιουρμαν είχε αφήσει ανοιχτό το συγκεκριμένο ενδεχόμενο.
Σε δήλωσή του στην Κίπρις, ο πρόεδρος του τ/κ εμπορικού επιμελητηρίου, Τουργκάι Ντενίζ ανέφερε ότι σε μικρές οικονομίες όπως την τουρκοκυπριακή, οι αυξήσεις στο συνάλλαγμα είναι καταστροφικές.
Δύο οικονομολόγοι, οι Ζεκί Μπεσίκτεπε και Οκάν Σιαφακλί προειδοποιούν στο ίδιο δημοσίευμα ότι η άνοδος των ξένων νομισμάτων θα συνεχίσει. Ο πρώτος πρότεινε να περάσουν οι Τ/κ στο ευρώ και πρέπει η Τουρκία να στηρίξει την διασύνδεση των μισθών με το συνάλλαγμα και τον πληθωρισμό.
«Εάν αυτά δεν γίνουν η οικονομία θα καταρρεύσει».
Αλλά ο Ερντογάν δια των εποίκων - και όχι μόνο - στην ουσία ελέγχει το πολιτικό σύστημα στη βόρεια Κύπρο.
Επομένως οι δηλώσεις των τουρκοκυπρίων πολιτικών έχουν αξία γιατί αντανακλούν πραγματικές κοινωνικές διαθέσεις, αλλά απέχουν πόρρω από το να μπορούν να πραγματωθούν.
Στην περίπτωση της χώρας μας για την επίλυση των προβλημάτων που δημιουργούν κατά καιρούς στην περιοχή οι ενδοιμπεριαλιστικές αντιθέσεις η αστική πολιτική προσδένεται πότε στη μια ή την άλλη δύναμη, «τότε» στο άρμα του αγγλικού, τώρα, υπό τους Τσίπρα, Κοτζιά, Καμένο, στα αεροπλανοφόρα και στις πολυκλαδικές αμερικανο - ισραηλινές εταιρείες, του αμερικάνικου πρωτίστως ιμπεριαλισμού αλλά και της ΕΕ.
Το αποτέλεσμα είναι οι γνωστές τραγωδίες.

ΠΗΓΗ:  - Kommon

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.