Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

Μια (ακόμα) ιστορία για σκιές, (του Θανάση Σκαμνάκη)

Μ’ αυτή την παρέλαση των σκιών της Ιστορίας, σκιών που οι σκιές τους παρέμειναν στο χώρο και στον ορίζοντα, τόσο υπαρκτές και τόσο αναγκαίες, γράφτηκε (και γράφεται) η μικρή και η μεγάλη ιστορίας μας. (Για να συνεχίσω εκεί που το άφησα την προηγούμενη Κυριακή).


Απόγευμα, λίγα χρόνια μετά την κατάρρευση της χούντας, στο αεροδρόμιο του Ηρακλείου εν αναμονή της πτήσης για Αθήνα, ο κομμουνιστής, χρόνια ναυτεργάτης, χρόνια παράνομος και χρόνια φυλακισμένος, παρά λίγο εκτελεσμένος, ύστερα από μια κομματική συνεδρίαση και πριν από μιαν άλλη, όπου παρατέθηκαν και θα παρατεθούν δεδομένα, έγιναν και θα γίνουν πολιτικές αναλύσεις και σχεδιασμοί, μικροί υπολογισμοί για μεγάλα σχέδια, σ’ ένα περιβάλλον καπνισμένο και θολό, όχι μόνο από τον καπνό του, μετά από μια συνεδρίαση και πριν από μια άλλη λοιπόν, καθώς οι μέρες της παρανομίας και του καθημερινού κινδύνου, με τον συνεπαγόμενο ηρωισμό τους, έχουν παρέλθει, η περίφημη νομιμότητα, για την οποία τόσο πάσχιζαν χρόνια τώρα, είναι παρούσα, ικανή να αφαιμάξει το ηρωικό αίμα και να λαπαδιάσει την κομμουνιστική επιμονή με σχέδια προσαρμογών και πολιτικών παιγνίων, με καθημερινούς διαμοιρασμούς του μεγάλου σχεδίου και με τελική ακύρωσή του, όπου οι διώξεις έγιναν φωτοστέφανα, και τα φωτοστέφανα πρωτοσέλιδα σε εφημερίδες, μικρά αναμνηστικά για νεόκοπους αγωνιστές, και μπήκαν έτσι στο εικονοστάσιο μαζί με τα στέφανα του γάμου, και η αναγνώριση έγινε μια παγίδα που μάγκωσε από το πόδι το άγριο θηρίο, κι αυτό ή πρέπει να λυσσομανάει καταστρέφοντας και το πόδι και την ύπαρξή του ή πρέπει να βολευτεί στην παγίδα και να ζήσει μ’ αυτήν, και προτίμησε, για την οικονομία τη ζωής το δεύτερο, ενώ στο βάθος μαραίνεται για το πρώτο…

Εκεί λοιπόν, στο αεροδρόμιο, την ώρα που ο ήλιος χάνεται στη δυτική θάλασσα κι έχει κάνει κόκκινο τον ορίζοντα, κι ωστόσο το κόκκινο αυτό δεν είναι το δικό του, εκείνο που έβλεπε στο κελί όπου δεν είχε το ελάχιστο φως, δεν είναι παρά μια απομίμηση χρώματος, την ώρα λοιπόν που ο ήλιος κ.λπ., κ.λπ.

Δεν μπορεί να τα σκεφτεί όλα αυτά με μιας, μονάχα σπαράγματα, σε ασυνέχειες και ελλείψεις, κυρίως ελλείψεις, είτε ως ελλειπτικά είτε ως ελλείποντα, και δεν ησυχάζει.

Μέσα στο κελί όλα τα χρόνια δεν είχε αισθανθεί τόση ασφυξία όσο τώρα στον ανοιχτό ορίζοντα. Σαν αυτό το κόκκινο του βάθους, που δεν είναι το δικό του, να είναι πιο πνιγηρό από τέσσερις τοίχους ενός κελιού όπου βρίσκεται παρόν ένα μεγάλο σχέδιο - κι αυτός μέσα του.

Εκεί, την ώρα που βυθίζεται η μέρα και βγαίνουν στην επιφάνεια οι επιθυμίες, σκέφτεται τις ματαιότητες και τις ανάγκες. Το πληγωμένο θηρίο, το μαγκωμένο δικό του πόδι, αναλογίζεται τα παιχνίδια που του έπαιξε ο καιρός, αν όλα άρχιζαν από την αρχή τι θα ’πρεπε να κρατήσει, τι ν’ αλλάξει!..

Σκέφτεται τις μικρές ολιγωρίες, και βασανιστήρια, κελιά, αγωνίες, καταδιώξεις, μια ζωή με πολλαπλασιασμένες τις μέρες της, που τώρα τις υποπολλαπλασιάζει σε φωτισμένες αίθουσες και κοινωνικά πάρε δώσε, τα σχέδια μιας επανάστασης που δεν έφυγαν ποτέ από το μυαλό του, και που τώρα τεμαχίζονται σε μικρές διαχειρίσεις!

Σκέφτεται πόσο περίεργα παιχνίδια παίζει η ζωή. Που αν μη τι άλλο, αυτός την έζησε γεμάτη. Πως άξιζε ό,τι έγινε, κι ας κάηκαν μέσα στην οξύτητα της καθημερινότητας χαρτιά και όνειρα. Πως έτσι πάντα επενδύονται τα κέρδη της ζωής μας.

Εμείς δεν θα ζήσουμε το σοσιαλισμό, αλλά εσείς θα τον κάνετε και θα τον ζήσετε”, πρόλαβε να πει στο νεαρό σύντροφο που πλησίασε. Κι ύστερα, σαν να ήταν η συνέχεια, όχι της κουβέντας αλλά της σκέψης και της ζωής του, ή και του δειλινού που κοκκίνιζε τον ορίζοντα: “Γι’ αυτήν τη γυναίκα έσπασα μιά μόνη φορά στη ζωή μου τη παρανομία”. (Ποιά γυναίκα, τι ιστορία είναι αυτή;, τα ’παιξε ο γέροντας!.. Κοίταξε, ωστόσο ο νεαρός στη συνέχεια του βλέμματος, δίπλα από το δειλινό, λίγο πιο μέσα αλλά σαν φυσική του προέκταση, σαν κορνιζαρισμένη στον κόκκινο ορίζοντα, τη φωτογραφία της Μαρίας Κάλλας).
Έπαιζε τη Μήδεια στην Επίδαυρο. Δεν ήταν δυνατόν να μην πάω”.

Αυτή μπορεί να είναι μια ιστορία για έναν κομμουνιστή, αλλά επίσης και μια ιστορία για τη Μαρία Κάλλας. 

Αλλά περισσότερο, ΕΙΝΑΙ μια δική μας ιστορία!

ΠΗΓΗ: - Kommon

Δεν υπάρχουν σχόλια: