Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Η μαύρη βίβλος του Καπιταλισμού*: Οι ένοπλες συμμορίες του κεφαλαίου στη δημοκρατική Γαλλία - Οι γιοι της εργατικής τάξης είναι οι καλύτεροι μπάτσοι των κατεχόντων!

Οι νικητές του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου μακέλεψαν τον λαό της Αλγερίας
Πηγή: ergatiki.gr
του Μορίς Ραζφούς*
Ο καπιταλισμός είναι από τη φύση του μαύρος. Όπως το κάρβουνο που, ήδη από τον 19ο αιώνα, συνέβαλε στον πλουτισμό των εταιρειών εκμετάλλευσης των ανθρακωρυχείων. Μαύρος όπως η εξαθλίωση που, την ίδια εποχή, είχαν επιβάλει με συστηματικό τρόπο στους εργάτες οι ιδιοκτήτες των σιδηρουργείων. Είναι αδύνατο να ξεχάσουμε ότι τα -τότε εθνικά- καπιταλιστικά συστήματα προετοιμάζονταν να επεκταθούν σε παγκόσμια κλίμακα μέσω της αποικιοκρατίας. Ήταν η εποχή που τα μεγάλα αφεντικά εξηγούσαν ότι οι οικονομίες των βιομηχανικών χωρών θ’ αντιμετώπιζαν τεράστιους κινδύνους αν απαγορευόταν η εργασία των παιδιών που ήταν κάτω των δώδεκα ετών και αν οι εργάτες δεν εργάζονταν εξήντα ώρες την εβδομάδα. Φυσικά, με εξευτελιστικούς μισθούς.
Οι γιοι της εργατικής τάξης είναι οι καλύτεροι μπάτσοι των κατεχόντων!
Η αναδυόμενη καπιταλιστική κοινωνία δεν μπορούσε παρά να βασιστεί στους ντυμένους στα μαύρα[1] άντρες για να την υπερασπίσουν. Είναι γεγονός ότι, για περισσότερο από εκατόν πενήντα χρόνια, η αστυνομία ελάχιστες φορές χρησιμοποιήθηκε για «την προστασία των ατόμων και των περιουσιών», κάτι που αποτελούσε την αρχική της αποστολή. Αντίθετα, χρησιμοποιήθηκε για να διασφαλιστεί η ασφάλεια του κεφαλαίου. Δεν μπορούμε επομένως να παραβλέψουμε τον μεγάλο κατάλογο των αιματηρών κατασταλτικών ενεργειών τις οποίες διέπραξαν αυτές οι ένοπλες συμμορίες που τα μέλη τους στρατολογήθηκαν από τα παιδιά της εργατικής και της αγροτικής τάξης.
 
Τον Φεβρουάριο του 1848, μετά την πτώση της μοναρχίας και την αποτυχία των εθνικών εργαστηρίων, η αστική τάξη που είχε καταλάβει την εξουσία παρακίνησε τους νεαρούς εργάτες να καταταχθούν στην κινητή φρουρά που είχε δημιουργηθεί πρόσφατα με σκοπό τη διατήρηση της τάξης στο Παρίσι - με μισθούς πενταπλάσιους από εκείνους των εργατών. Μετά από μερικές εβδομάδες, στη διάρκεια της εξέγερσης των εργατών του Παρισιού τον Ιούνιο του 1848, οι γιοι της εργατικής τάξης στάλθηκαν εναντίον των εξεγερμένων, μαζί με τα συντάγματα που είχαν επιστρέφει από τον πόλεμο για την κατάκτηση της Αλγερίας. Αυτοί οι νέου είδους αστυνομικοί έφεραν μ’ επιτυχία σε πέρας το καθήκον τους, όπως συνηθίζεται να λέγεται: «... Η κινητή φρουρά και η Εθνοφρουρά πραγματοποίησαν απάνθρωπες σφαγές... (26 Ιουνίου). Τουφέκιζαν εξεγερμένους στη φυλακή της Κονσιερεζερί, στο Δημαρχείο. Σαράντα οχτώ ώρες μετά τη νίκη, τουφέκιζαν τραυματισμένους αιχμαλώτους, άοπλους... Φρίκη, φρίκη, φρίκη!»[2] Μερικά χρόνια αργότερα, θα έβλεπαν το φως της δημοσιότητας πιο συγκεκριμένες πληροφορίες γι’ αυτές τις πέντε ημέρες ανελέητης καταστολής: «Είναι γνωστό ότι η αστική τάξη, για τη θανάσιμη αγωνία που πέρασε, αποζημιώθηκε με μια ανήκουστη κτηνωδία και έσφαξε πάνω από 3.000 αιχμαλώτους»[3]. Στον αριθμό αυτό πρέπει να προσθέσουμε τις εκατοντάδες αυτών που σκοτώθηκαν στα οδοφράγματα. Και φυσικά δεν πρέπει να λησμονούμε τους περίπου 12.000 εργάτες που συνελήφθησαν και στην πλειοψηφία τους «μεταφέρθηκαν» στην Αλγερία ή στάλθηκαν στα κάτεργα. Πράγματι, η κυβέρνηση της Δεύτερης Δημοκρατίας αντιμετώπισε τους κατοίκους του Παρισιού με τον ίδιο τρόπο που είχε αντιμετωπίσει τους Αλγερινούς οι οποίοι αρνούνταν να υποκύψουν στον αποικιοκρατικό ζυγό[4].
 
Μερικούς μήνες αργότερα, ο στρατηγός Σανγκαρνιέ, ο πρωτεργάτης αυτής της καταστολής, την οποία πραγματοποίησε μαζί με μερικούς στρατηγούς που είχαν επιστρέφει από την Αφρική, όπως ο Λαμορισιέρ, όταν έλαβε τις σχετικές διαταγές από τον διαβόητο στρατηγό Καβενιάκ που ήταν ο επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας, θα δήλωνε: «Το έργο των μοντέρνων στρατών δεν είναι τόσο να αγωνίζονται εναντίον των εξωτερικών εχθρών, όσο να υπερασπίζονται την τάξη από τις στάσεις». Πολύ σύντομα, αυτοί οι μεγάλοι δημοκρατικοί θ’ ανέβαζαν στην εξουσία τον Λουδοβίκο-Ναπολέοντα Βοναπάρτη μέσω των προεδρικών εκλογών του Δεκεμβρίου του 1848.
 
Το 1849, στο βιβλίο του Les Partageux, ο Ενρί Βαλόν, ένας ιστορικός στην υπηρεσία αυτής της αιματοβαμμένης αστικής τάξης, περιέγραφε τους εργάτες, τους «κόκκινους», ως κληρονομικούς εχθρούς: «... Ο κόκκινος δεν είναι άνθρωπος, είναι κόκκινος... Είναι ένα έκπτωτο και εκφυλισμένο ον... Μια αποκτηνωμένη φυσιογνωμία... με θαμπό και φευγαλέο βλέμμα όπως εκείνο του γουρουνιού... με βουβό στόμα όπως εκείνο του γαϊδάρου...»[5].
 
Οι εξεγερμένοι του Ιουνίου του 1848, όπως και εκείνοι του Ιουλίου του 1830, δεν ήταν παρά νοσταλγοί των ιδανικών του 1789. Στη συνέχεια όμως, η ανάγκη ν’ αμυνθούν συλλογικά και ν’ αντιταχθούν στη βιομηχανική κοινωνία που αναπτυσσόταν καταπιέζοντας την εργατική τάξη, θα οδηγούσε αυτούς με τη μεγαλύτερη πνευματική διαύγεια να συγκροτήσουν την Πρώτη Διεθνή, το 1864.
 
Ήταν παρ’ όλα αυτά σαφές ότι η καταστολή θα ήταν ακόμα πιο σκληρή, επειδή η αστική τάξη, της οποίας η οικονομική ισχύς ήταν πια ακαταμάχητη, δεν μπορούσε ν’ αποδεχτεί το συμπέρασμα του Κομουνιστικού Μανιφέστου, που έγραψαν το 1847 ο Μαρξ και ο Ένγκελς: «Ας τρέμουν οι κυρίαρχες τάξεις μπρος σε μια κομουνιστική επανάσταση. Οι προλετάριοι δεν έχουν να χάσουν σ’ αυτήν τίποτα άλλο, εκτός από τις αλυσίδες τους. Έχουν να κερδίσουν έναν κόσμον ολόκληρο»[6].
 
Η σφαγή των Κομουνάρων
 
Μετά από τη βίαιη αντίδραση των εργατών του Παρισιού τον Ιούνιο του 1848, η αστική τάξη θα τελειοποιούσε τα κατασταλτικά της μέσα στη διάρκεια της συντριβής της Κομούνας του Παρισιού τον Μάιο του 1871. Για μια ακόμα φορά, οι δημοκρατικοί πολιτικοί απέδειξαν τη βούλησή τους να διασφαλίσουν την ηρεμία των οικονομικών παραγόντων. Έστω και με αντίτιμο τη θανάτωση των εργατών που εξασφάλιζαν την καπιταλιστική ευημερία. Ο στρατός και η αστυνομία, που δολοφόνησαν ευσυνείδητα τους Κομουνάρους του Παρισιού, διεξήγαγαν έναν πραγματικό πόλεμο εναντίον των κατοίκων του Παρισιού. (Δεν έδειξαν όμως το ίδιο πάθος στον πόλεμο εναντίον των Πρώσων.) Η καταστρεπτική μανία έγινε ακόμα πιο δολοφονική τις τελευταίες ημέρες, όταν έπεφταν τα τελευταία οδοφράγματα: «...Τουφέκιζαν παντού, στις γωνίες των δρόμων, στις αυλές των σπιτιών, στα κατεδαφισμένα κτίρια, παντού όπου υπήρχε ένας τοίχος για να στήσουν τα θύματα. Οι αποβάθρες του Σηκουάνα υπήρξαν ο τόπος ανελέητων σφαγών. Κάτω από τη Νέα Γέφυρα, τουφέκιζαν για παραπάνω από οχτώ ημέρες»[7].
 
Παρόλο που είχε ήδη διασφαλιστεί η νίκη του Θιέρσου και της κυβέρνησης των Βερσαλιών, υπήρχε η βούληση να σκοτώσουν, επειδή, παρόλο που στον πόλεμο δεν τουφεκίζονται οι αιχμάλωτοι, δεν συμβαίνει το ίδιο με τον εσωτερικό εχθρό για τον οποίο δεν υπάρχει έλεος, όπως αναφέρει ο Μαξίμ Βουιλόμ: «Στο βαθμό που προχωρούσε ο στρατός της κυβέρνησης των Βερσαλιών, οι αποτρόπαιοι στρατονόμοι αναλαμβάνανε δράση από πλατεία σε πλατεία, έχοντας ως μοναδικό τους έργο να σκοτώνουν - ανεξαιρέτως»[8]. Στα απομνημονεύματά της, η Λουίζ Μισέλ περιγράφει σαν έναν εφιάλτη την είσοδο του στρατού της κυβέρνησης των Βερσαλιών στο Παρίσι: «Στραγγάλιζαν τους τραυματίες μέσα στις άμαξες που τους μετέφεραν... Τα πολυβόλα θέριζαν στους στρατώνες. Σκότωναν σαν να είχαν πάει σε κυνήγι. Ήταν μια απάνθρωπη σφαγή. Όσους τραυματίες παρέμεναν όρθιοι ή όσους προσπαθούσαν να διαφύγουν τρέχοντας από τοίχο σε τοίχο, τους σκότωναν κατά βούληση»[9].
 
Ενώ τα στρατοδικεία συνεδρίαζαν χωρίς διακοπή (περισσότεροι από 10.000 άνθρωποι εκτοπίστηκαν), συνέχιζαν να σκοτώνουν για να σκοτώνουν. Χωρίς καμία δικαιολογία. Όπως γράφει ο ιστορικός της Κομούνας Κ. Ταλέ: «Έπρεπε να σφάξουν, για να είναι ήσυχοι για πολλά χρόνια!»[10] Αυτή η εκδίκηση εις βάρος του εξεγερμένου Παρισιού εξυμνήθηκε όπως της άρμοζε και Journal des débats, αναφερόμενη στις πρόσφατες ήττες του Ναπολέοντα Γ΄, δεν έκρυβε την ικανοποίησή της: «Τι τιμή! Ο στρατός μας εκδικήθηκε τις καταστροφές του με μια ανεκτίμητη νίκη!» Και πρόσθετε: «Ζήτω η τάξη, ζήτω ο στρατός ο οποίος είναι το μοναδικό της στήριγμα!»[11] Το γενικό επιτελείο αυτού του στρατού είχε επιλέξει να εφαρμόσει μια χωρίς όρια καταστολή: «Αυτοί οι οποίοι εξαπέλυσαν στο Παρίσι την τυφλή δύναμη της τρομοκρατίας, φρόντισαν ώστε η σφαγή να είναι όσο το δυνατόν πιο μεγάλη»[12]. Το γενικό επιτελείο δεν παρέλειψε επίσης να δώσει ιδιαίτερη σημασία στις λεπτομέρειες, όπως μαρτυρεί η αργή προέλαση του στρατού: «Θέλαμε να διαρκέσει, ώστε να σκοτώνουμε για περισσότερο χρόνο»[13].
 
Στις 15 Ιουνίου 1871, οι τουφεκισμοί συνεχίζονταν στο δάσος της Βουλόνης. «Σταμάτησαν να σκοτώνουν μόνο όταν άρχισαν να φοβούνται τον κίνδυνο μολύνσεων από τα πτώματα»[14]. Στην εκκλησία της Μαντλέν τουφεκίστηκαν 300 ομοσπονδιακοί, στην πλατεία του Πανθέου 700 με 800 κ.λπ. Πολλές εβδομάδες αργότερα, οι κάτοικοι του Παρισιού μιλούσαν για το επεισόδιο με τους μικρούς καπνοδοχοκαθαριστές - υπήρχαν πολλοί στο Παρίσι, που τουφεκίστηκαν επειδή τα χέρια τους ήταν μαύρα, υποτίθεται από την πυρίτιδα. Αλλά και για το θρύλο -που είχε γίνει έμμονη ιδέα- των πυρπολητριών που άναβαν φωτιές με πετρέλαιο στο Παρίσι: «Από τότε, έκαναν σωματική έρευνα σε κάθε ύποπτη γυναίκα. Η χειρότερη μοίρα περίμενε όποια πάνω της ανακάλυπταν ένα κερί ή σπίρτα, όποια μετέφερε ένα μπουκάλι. Το λάδι ή η χλωρίνη γίνονταν πετρέλαιο. Αφού την αποδοκίμαζε και τη χτυπούσε το πλήθος, η πυρπολήτρια τουφεκιζόταν όπως οι γυναίκες που είχαν συλληφθεί κρατώντας όπλα. Εκατοντάδες γυναίκες δολοφονήθηκαν γι’ αυτό το λόγο»[15].
 
Μέσα σε αυτή την καταστολή που αποφασίστηκε εν ψυχρώ, η ξενοφοβία είχε μια ξεχωριστή θέση: «Τουφέκιζαν τους δημοκράτες, επειδή η Κομούνα ήταν δημοκρατική. Έσφαζαν τους ξένους, επειδή ήταν κοσμοπολίτικη. Το γεγονός ότι ο Ντομπρόφσκι[16] ήταν διάσημος προκάλεσε το θάνατο πολλών Πολωνών... Όλοι όσοι ήταν Ιταλοί, Πολωνοί, Ολλανδοί, Γερμανοί τουφεκίστηκαν, δήλωσε ένας αξιωματικός που διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην καταστολή»[17].
 
Όσοι διάβασαν τον βρετανικό Τύπο εκείνης της εποχής, όπως ο Π. Ο. Λισαγκαρί[18], ανακάλυψαν λεπτομέρειες που τις έχουν παραλείψει ο Γάλλοι χρονικογράφοι. Έτσι, στις 28 Μαΐου 1871, ο στρατηγός Γκαλιφέ, ο αρχιεκτελεστής, είπε απευθυνόμενος σε μια ομάδα αιχμαλωτισμένων Κομουνάρων: «Όσοι έχετε γκρίζα μαλλιά, βγείτε από τις γραμμές. Ζήσατε τον Ιούνιο του 1848, είστε περισσότερο ένοχοι από τους υπολοίπους! Και έσπρωξε τα πτώματα στα χαρακώματα των οχυρώσεων»[19]. Όταν τέλειωσε η σφαγή, ο Αδόλφος Θιέρσος, επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας, έστειλε το ακόλουθο τηλεγράφημα στους νομάρχες: «Το έδαφος καλύφθηκε από τα πτώματά τους, αυτό το φριχτό θέαμα θα χρησιμεύσει σαν μάθημα»[20].
 
Ο απολογισμός που κάνει ο Λισαγκαρί στο βιβλίο του Histoire de la Commune είναι ένας από τους πιο ακριβείς: 20.000 κάτοικοι του Παρισιού σκοτώθηκαν στις μάχες, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών και των παιδιών. 3.000 πέθαναν στα κρατητήρια, στις πλωτές εξέδρες επιβίβασης των λιμανιών, στις φυλακές της Νέας Καληδονίας και στην εξορία. 13.700 καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης. 70.000 γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι στερήθηκαν τους φυσικούς τους προστάτες. Μετά από την Αιματοβαμμένη Εβδομάδα, υπήρξαν περίπου 400.000 καταγγελίες. Από τη μεριά του, ο Ζακ Ρουζερί, που μπόρεσε να ερευνήσει συστηματικά τα ιστορικά αρχεία που βρίσκονται στο οχυρό της Βενσέν, αναφέρει ότι από τους 36.909 Κομουνάρους που συνελήφθησαν, περισσότερα από τα δυο τρίτα ήταν χειρώνακτες εργάτες. Μπορούμε όμως να τους διαχωρίσουμε από τους υπαλλήλους και τους υπηρέτες που αντιτάχθηκαν στην κυβέρνηση των Βερσαλιών;[21]
 
Η τάξη βασιλεύει υπό τον Κλεμανσό!
 
Είκοσι χρόνια μετά την Κομούνα του Παρισιού, το αίμα των εργατών θα κυλούσε στο Φουρμί (στη βόρεια Γαλλία). Την Πρωτομαγιά του 1891, χωροφύλακες και στρατιώτες του 145ου συντάγματος άνοιξαν πυρ εναντίον του πλήθους. Δέκα άνθρωποι σκοτώθηκαν, ανάμεσά τους και παιδιά, ενώ πολλοί τραυματίστηκαν. Οι επόμενες Πρωτομαγιές, αν και λιγότερο αιματοβαμμένες, θα γιορτάζονταν για πολλά χρόνια κάτω από ένα καθεστώς καταστολής. Για παράδειγμα, το 1893 οι χωροφύλακες επιτέθηκαν στις διαδηλώσεις που έγιναν στην επαρχία και οι αστυνομικοί σ’ εκείνη που έγινε στο Παρίσι. Οι πολυάριθμες συλλήψεις και απολύσεις που ακολουθούσαν τις Πρωτομαγιές αποδεικνύουν ότι οι δυνάμεις της τάξης και οι εργοδότες δρούσαν συντονισμένα[22].
 
Όταν ο Ζορζ Κλεμανσό έγινε υπουργός Εσωτερικών, απέκτησε αμέσως το προσωνύμιο «ο πρώτος μπάτσος της Γαλλίας». Την Πρωτομαγιά του 1906, κήρυξε το Παρίσι σε κατάσταση πολιορκίας, ενώ ήδη από τα μέσα Απριλίου είχε συγκεντρώσει στην πόλη 50.000 στρατιώτες. Ήδη από την αυγή άρχισαν να γίνονται εκατοντάδες προληπτικές συλλήψεις. Στην πλατεία της Δημοκρατίας, οι έφιπποι θωρακοφόροι περιπολούσαν δίπλα σε αστυνομικούς με πολιτικά ρούχα. Η προκλητική στάση των αστυνομικών και των στρατιωτών έφερε γρήγορα αποτελέσματα και άρχισαν να στήνονται οδοφράγματα σε αυτή τη λαϊκή συνοικία. Σαν να ήταν το σύνθημα που περίμεναν οι δυνάμεις της τάξης, οι αστυνομικοί άρχισαν να χτυπούν στα τυφλά, ακόμα και περαστικούς. Ο απολογισμός της ημέρας ήταν 800 συλληφθέντες από τους οποίους 173 παραπέμφθηκαν σε δίκη. Οι τραυματίες γέμισαν τα νοσοκομεία. Τέλος, δυο άνθρωποι σκοτώθηκαν. «Όσοι αφέθηκαν ελεύθεροι το βράδυ, κατευθύνθηκαν προς την έξοδο σκύβοντας κάτω από τα χτυπήματα των αστυνομικών που στέκονταν δεξιά και αριστερά από την πόρτα»[23].
 
Εκείνη την εποχή που ορισμένοι αποκαλούν «Μπελ Επόκ», αρκούσε ο διευθυντής μιας επιχείρησης να ενημερώσει το αστυνομικό τμήμα της συνοικίας ότι οι εργάτες του απεργούσαν ή απλά αμφισβητούσαν την εξουσία του για να καταφτάσει αμέσως μια διμοιρία αστυνομικών με τα κλομπ υψωμένα. Το ν’ αντιταχθεί ένας εργάτης στο αφεντικό του σήμαινε ότι έβαζε σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη. Στο ενεργητικό του Κλεμανσό καταγράφονται πολλές περιπτώσεις που ο στρατός και η αστυνομία άνοιξαν πυρ εναντίον των εργατών:
 
- Στις 19 Ιουνίου 1907, ο στρατός άνοιξε πυρ εναντίον των εξεγερμένων στο Ναρμπόν. Πέντε άνθρωποι σκοτώθηκαν και είκοσι περίπου τραυματίστηκαν.
 
- Στις 26 Ιουλίου 1907, στο Ραόν - Λ’ Ετάπ, στα Βόσγια όρη, οι απεργοί υφαντουργοί βρέθηκαν απέναντι στο στρατό: Τρεις νεκροί και τριάντα περίπου τραυματίες.
 
- Στις 2 Ιουνίου 1908, στο Ντραβέιγ (στη συμβολή του Σηκουάνα με τον Ουάζ), οι απεργοί εργάτες, που πέταξαν πέτρες στους χωροφύλακες όταν προσπάθησαν να τους διαλύσουν, είδαν δυο συντρόφους του να σκοτώνονται και δέκα άλλους να τραυματίζονται βαριά.
 
- Στις 30 Ιουλίου 1908, στο Βιλνάβ-Σεντ-Ζορζ, οι στρατιώτες άνοιξαν ομαδικά πυρ εναντίον των απεργών και των περαστικών, ενώ οι άντρες του ιππικού επιτέθηκαν κραδαίνοντας τα σπαθιά τους: Τέσσερις νεκροί και πολλοί τραυματίες.
 
Παραδόξως, το δημοκρατικό σύνταγμα του 1875, η θέσπιση της λαϊκής εκπαίδευσης από τον Ζιλ Φερί, οι νόμοι για τον Τύπο και το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, ο χωρισμός εκκλησίας-κράτους κ.λπ. δεν μείωσαν το ελάχιστο την οργή που αισθάνονταν εις βάρος των εργατών όσοι αυτόκλητα απονέμουν τη δικαιοσύνη στο όνομα της εξουσίας. Αρκεί να υπενθυμίσουμε ότι, μετά τη συντριβή της φασιστικής εξέγερσης που πραγματοποιήθηκε στις 6 Φεβρουάριου 1934 στο Παρίσι μπροστά στο κοινοβούλιο, η δημοκρατική κυβέρνηση εξαπέλυσε τους αστυνομικούς της εναντίον των εργατών που διαδήλωναν στις 9 Φεβρουαρίου για να εκφράσουν την υποστήριξή τους στους δημοκρατικούς θεσμούς. Ο απολογισμός: Έξι νεκροί που πυροβολήθηκαν σχεδόν εξ επαφής[24].
 
Από το απίστευτο στο απερίγραπτο
 
Είναι αδύνατο να παραβλάψουμε το γεγονός ότι, τον Φεβρουάριο του 1939, οι αστυνομικοί και οι χωροφύλακες αντιμετώπιζαν σαν βαρυποινίτες τους δημοκρατικούς Ισπανούς και τους μαχητές των διεθνών ταξιαρχιών που κατέφυγαν στη Γαλλία μετά τη νίκη του Φράνκο. Όπως επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε τη μοίρα που επιφυλάχθηκε στους Γερμανούς αντιφασίστες και Εβραίους που είχαν φύγει από τη Γερμανία για να γλιτώσουν από το ναζισμό και, από τον Οκτώβριο του 1939 έως τον Μάιο του 1940, βρέθηκαν κλεισμένοι σε 110 στρατόπεδα συγκέντρωσης κάτω από την άγρυπνη φρούρηση των ίδιων υπηρετών της τάξης που, μετά την ήττα του γαλλικού στρατού, έλεγαν στους έγκλειστους στο στρατόπεδο του Μιλές ότι θα φρόντιζαν να τους παραδώσουν στους ναζί[25].
 
Σύντομα θ’ ακολουθούσε η πιο ελεεινή περίοδος των γαλλικών δυνάμεων της τάξης εξαιτίας του ρόλου που διαδραμάτισαν στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς ζώνη του βορρά, αλλά και στη λεγάμενη «ελεύθερη» ζώνη της Γαλλίας του Βισί. Για τέσσερα χρόνια, οι αστυνομικοί, οι χωροφύλακες, ακόμα και οι τελωνειακοί σε πολλές περιπτώσεις, θα πρόσφεραν ανεπιφύλακτα τις υπηρεσίες τους στην Γκεστάπο. Αδιαφορώντας για το έργο που τους ζητούσαν να εκπληρώσουν, αυτοί οι περίπου 200.000 άντρες, πολλοί από τους οποίους είχαν στρατολογηθεί την εποχή του Λαϊκού Μετώπου, θα κυνηγούσαν χωρίς ενδοιασμούς τους Εβραίους, τους γκολικούς, τους κομουνιστές, τους μασόνους κ.λπ. Ελάχιστη σημασία είχε γι’ αυτούς να γνωρίζουν ποιος έδινε τις διαταγές, το ουσιαστικό ήταν να φέρνουν σε πέρας με ζήλο την αποστολή που τους ανέθεταν. Μετά την απελευθέρωση, δεν τέθηκε ποτέ το ζήτημα να κριθούν από τη δικαιοσύνη τόσο οι άνθρωποι όσο και οι θεσμοί που ευθύνονταν για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από το καλοκαίρι του 1940 μέχρι το καλοκαίρι του 1944. Η αλήθεια είναι ότι, όταν ο στρατηγός Ντε Γκολ επέστρεψε στη Γαλλία, προτίμησε να χρησιμοποιήσει αυτούς τους άντρες παρά τους αντιστασιακούς και τους μακί. Η υστερόβουλη σκέψη που τον οδήγησε σε αυτή την απόφαση ήταν λογική: Ο άνθρωπος που ήρθε από το Λονδίνο γνώριζε ότι, όπως συνέβαινε και με τους δικαστές, το διοικητικό προσωπικό των νομαρχιών και τους ανώτερους δημοσίους υπαλλήλους, αυτοί οι άντρες θα του ήταν πολύ περισσότερο πιστοί, καθώς τα τέσσερα προηγούμενα χρόνια είχαν παραβεί τα καθήκοντά τους με τον πιο ελεεινό τρόπο[26].
 
Είναι περιττό ν’ αναφέρουμε ότι, παρόλο που το 1945 περίπου 4.000 αστυνομικοί «απομακρύνθηκαν» προσωρινά -εκείνοι που είχαν συνεργαστεί με τους Γερμανούς περισσότερο από τους άλλους-, στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ο διοικητής της αστυνομίας του Παρισιού Μπαϊλό επανέφερε στο αστυνομικό σώμα αυτούς τους δημόσιους λειτουργούς. Καθώς είχαν χάσει μερικά χρόνια, ο Μπαϊλό τους πρόσφερε μια πλουσιοπάροχη αύξηση των αποδοχών τους, ενώ η γρήγορη άνοδός τους στην ιεραρχία -πιο γρήγορη από εκείνη των συναδέλφων τους- τους έφερε σύντομα στα ανώτερα κλιμάκια της αστυνομίας.
 
Μια δημοκρατική αστυνομία; Ένας ευσεβής πόθος!
 
Αν και σε μια εντελώς διαφορετική κλίμακα, η Τέταρτη Δημοκρατία, που προήλθε από την Αντίσταση, δεν απέφυγε τον πειρασμό να προσφύγει στην καταστολή. Ήδη από το 1945 συγκροτήθηκαν οι δημοκρατικοί λόχοι ασφαλείας (CRS), που θα αποκτούσαν μια ιδιαίτερη αλγεινή διασημότητα. Ο ιδιόμορφος τρόπος με τον οποίο σφυρηλατήθηκαν, καθώς αποτελούσαν ένα παράδοξο αμάλγαμα από άντρες που είχαν προσφέρει τις υπηρεσίες τους στην κυβέρνηση του Βισί ή στην Γκεστάπο και από μαχητές της FFI και της FTP[27]  που είχαν πολεμήσει ως μακί στα βουνά ή είχαν πάρει μέρος στο αντάρτικο πόλης στη διάρκεια της Κατοχής[28], μετέτρεψε τα CRS στην τέλεια απεικόνιση της έλλειψης μνήμης τόσο της Γαλλίας όσο και της νέας εξουσίας. Ήδη από τα τέλη του 1947, τρία χρόνια μετά την απελευθέρωση της Γαλλίας από το ναζιστικό ζυγό και από το καθεστώς του Βισί, τα CRS, οι νέοι στρατιώτες της τάξης, δεν δίστασαν ν’ ανοίξουν πυρ εναντίον των εργατών που απεργούσαν. Τρεις άνθρωποι σκοτώθηκαν στη Βαλένς και ένας στη Μασσαλία, ενώ πολλοί τραυματίστηκαν.
 
Απέναντι στο πρώτο μεγάλο απεργιακό κύμα μετά την Απελευθέρωση, η κυβέρνηση, που την αποτελούσαν ακόμα πολιτικοί οι οποίοι είχαν πάρει μέρος στην Αντίσταση, εισηγήθηκε στην Εθνοσυνέλευση, και αυτή τον ψήφισε, ένα νόμο για «την άμυνα της δημοκρατίας». Αυτό σήμαινε ότι στη διάθεση του υπουργού Εσωτερικών Ζιλ Μος τέθηκε μια δύναμη 80.000 αντρών, που ήταν επιφορτισμένοι να «προστατεύσουν την ελευθερία της εργασίας»[29]. Ταυτόχρονα, το κοινοβούλιο, που τα μέλη του ήταν στην πλειοψηφία τους αντιστασιακοί, ψήφισε μια σειρά από νόμους στους οποίους διαφαινόταν η βούληση ν’ αμφισβητηθούν το δικαίωμα της απεργίας (που είχε αναγνωριστεί στο σύνταγμα του 1946), τα συνδικαλιστικά δικαιώματα, οι ατομικές ελευθερίες και η ελευθερία του Τύπου. (Η παλιά ταξική πάλη αναζωπυρωνόταν και η αστυνομία διαδραμάτιζε το ρόλο του αυτόκλητου κριτή.)
 
Τον Οκτώβριο του 1948, οι ανθρακωρύχοι έδωσαν το έναυσμα για ένα σημαντικό απεργιακό κύμα που επεκτάθηκε γρήγορα από τη μια άκρη της Γαλλίας ως την άλλη, από το Νορ-Πα-ντε Καλέ ως τις κοιλάδες που βρίσκονται στο Λίγηρα και στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας. Αμέσως, η δημοκρατική εξουσία έστειλε στρατιώτες, χωροφύλακες και αστυνομικούς στα ορυχεία και στους οικισμούς όπου έμεναν οι ανθρακωρύχοι. Συνολικά, στάλθηκαν χιλιάδες άντρες εναντίον των ανθρακωρύχων, που δυο χρόνια πριν τους είχαν παρουσιάσει ως ήρωες της εργασίας. Οι δυνάμεις που στάλθηκαν εναντίον των «ανθρώπων με τα μαύρα πρόσωπα» αποτελούσαν ένα πραγματικό στρατό, καθώς διέθεταν άρματα μάχης, τεθωρακισμένα οχήματα εξοπλισμένα με πολυβόλα, ερπυστριοφόρα οχήματα μεταφοράς προσωπικού, ασυρματοφόρα οχήματα, μεταγωγικά και αναγνωριστικά αεροπλάνα. Ήταν ένας κανονικός πόλεμος. Επικεφαλής αυτής της κατασταλτικής δύναμης ήταν ο Ζιλ Μος, συνεπικουρουμενος από τον Ρεϊμόν Μαρσελέν[30].
 
Ο απολογισμός των κατά μέτωπο συγκρούσεων που ξέσπασαν ήταν τρεις νεκροί, πολλοί τραυματίες και χιλιάδες συλληφθέντες. Σχολιάζοντας αυτή την ανελέητη καταστολή, ο ηγέτης των Αμερικανών εργατών ορυχείων, ο Τζον Λιούις, είχε δηλώσει: «Η γαλλική κυβέρνηση προτιμάει να τους πυροβολεί (τους ανθρακωρύχους) με αμερικανικές σφαίρες, αντί να τους δίνει ψωμί για να γεμίσουν τα άδεια στομάχια τους»[31]. Στις 12 Νοεμβρίου, περισσότεροι από χίλιοι ανθρακωρύχοι συνελήφθησαν και τριακόσιοι από αυτούς καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης. Μόνο στην κοιλάδα των ορυχείων του Νορ-Πα-ντε Καλέ απολύθηκαν 1.800 ανθρακωρύχοι.
 
Οι αναμνήσεις από τα φριχτά χρόνια της Κατοχής δεν είχαν ακόμα διαλυθεί, όμως ο κοινωνικός διάλογος μπορούσε να διεξαχθεί μόνο κάτω από την προστασία των κλομπ και των πυροβόλων όπλων των CRS. Φυσικά, δεν είναι δυνατό να συγκρίνουμε αυτή την καταστολή μ’ εκείνη που βίωσαν οι εργάτες του 1848 και οι Κομουνάροι. Παρ’ όλα αυτά, όπως και τον Ιούνιο του 1848, και σ’ ένα βαθμό όπως και τον Μάιο του 1871, οι άντρες των δυνάμεων της τάξης προέρχονταν σε μεγάλο βαθμό από την εργατική τάξη και, κάτι που είναι ίσως το χειρότερο, μερικοί ήταν μαχητές της Αντίστασης...
 
Οι απεργοί του 1947 και του 1948 ήταν απομονωμένοι. Ήταν επομένως εφικτό ν’ αποκατασταθεί η τάξη χωρίς ιδιαίτερες κοινωνικές αναταράξεις. Απελευθερωμένος από το βάρος της ναζιστικής κατοχής, ο πληθυσμός της Γαλλίας επέστρεψε στη συνηθισμένη του συμπεριφορά της αδιαφορίας ή μάλλον του εγωισμού. Ποιος τόλμησε να εκφράσει την αγανάκτησή του μετά τα γεγονότα της 8ης Μαΐου 1945, όταν το γαλλικό πολεμικό ναυτικό βομβάρδισε το Σετίφ και μερικές ακόμα πόλεις της ανατολικής Αλγερίας, όταν ο στρατός και η αστυνομία, μαζί με εποίκους -όλων των πολιτικών τάσεων- σκότωναν στους δρόμους τους Αλγερινούς αγωνιστές; Ποιος ενδιαφέρθηκε για τα αν είχαν σκοτωθεί δεκάδες χιλιάδες Αλγερινοί σε μια γη που θεωρούνταν ακόμα γαλλική, όταν εκείνη την ημέρα οι καλοί πολίτες ήταν χαρούμενοι για την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας; Θ’ ακολουθούσε ο πόλεμος της Ινδοκίνας, με τον οποίο η κυβέρνηση θέλησε να κάνει τους Βιετναμέζους να καταλάβουν ότι δικαίωμα στις δημοκρατικές ελευθερίες είχαν -και μάλιστα όχι πάντα- μόνο οι Γάλλοι της Γαλλίας, και στη συνέχεια η φοβερή καταστολή στη Μαδαγασκάρη, το 1947.
 
Έχοντας ήδη ανοίξει πυρ εναντίον των Γάλλων εργαζομένων το 1947 και το 1948, η αστυνομία δεν είχε καμία αναστολή να πυροβολήσει εναντίον των Αλγερινών εργατών που είχαν το θάρρος να πάρουν μέρος, ανάμεσα στους Παρισινούς, στη διαδήλωση της 14ης Ιουλίου 1953 για την επέτειο της Επανάστασης του 1789: «Δεν ήταν φυσικά η πρώτη φορά που Αλγερινοί σκοτώθηκαν σε διαδηλώσεις, ποτέ όμως μέχρι τότε δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο τόσο απροκάλυπτα, στην καρδιά του Παρισιού»[32]. Καθώς ο πληθυσμός της Γαλλίας σκεφτόταν κυρίως την προσωπική του ευημερία, οι αλληλοδιαδεχόμενοι αποικιοκρατικοί πόλεμοι δεν τον άγγιζαν. Έτσι, ήδη από το φθινόπωρο του 1954, η κυβέρνηση μπόρεσε να δώσει στον πόλεμο της Αλγερίας τη διακριτική ονομασία «επιχείρηση για τη διατήρηση της τάξης», παρά τους εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς. Όμως, ο πόλεμος της Αλγερίας υπήρξε το προοίμιο για την κατάρρευση της Τέταρτης Δημοκρατίας που είχε γεννηθεί από τον αγώνα εναντίον του καθεστώτος του Βισί και των ναζί κατακτητών.
 
Η Πέμπτη Δημοκρατία, μια αστυνομοκρατούμενη κοινωνία
 
Ήδη από τις 13 Μαΐου 1953, ήταν φανερό ότι η γαλλική αστυνομία σκεφτόταν με τον ίδιο τρόπο με τους στρατηγούς που πρωτοστάτησαν στην επίδειξη δύναμης στο Αλγέρι και θα έφερναν το στρατηγό Ντε Γκολ στην εξουσία.[33] Ο Ζιλ Μος, που είχε ξαναγίνει υπουργός Εσωτερικών, δεν ήταν πια το είδωλο των αστυνομικών που το βλέμμα τους ήταν στραμμένο στα γεγονότα της Αλγερίας: «Η αστυνομία; Ξέρει από τις 13 Μαΐου ότι δεν μπορεί να υπολογίζει παρά μόνο στον εαυτό της. Εκείνο το βράδυ, βγαίνοντας από το κοινοβούλιο, είδε να περνούν από μπροστά του αστυνομικοί και επιθεωρητές, αποδοκιμάζοντας τους βουλευτές. Άκουσε καθαρά τις κραυγές “θάνατος στους Εβραίους”. Οι 20.000 φύλακες της ειρήνης στο Παρίσι είχαν στην πλειοψηφία τους προσχωρήσει στο κίνημα του αστυνόμου Ντιντές[34] για την εγκαθίδρυση ενός αυταρχικού καθεστώτος»[35].
 
Πολύ σύντομα, μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Ντε Γκολ, δεν ενδεικνυόταν να επικαλείται κάποιος τα δικαιώματα του ανθρώπου, και ιδιαίτερα των Αλγερινών. Ήδη από το φθινόπωρο του 1960, οι πρώτες μεγάλες διαδηλώσεις για την ανεξαρτησία της Αλγερίας διαλύονταν βίαια. Κάτι που διευκολυνόταν από το γεγονός ότι χιλιάδες νέοι Γάλλοι υπηρετούσαν πια τη στρατιωτική τους θητεία στο Ορές[36], όπου οι αξιωματικοί τους τους μάθαιναν να «σπάνε» αυτά τα «κούτσουρα συκιάς» που ήταν αναίσθητα στις αξίες του πολιτισμού...
 
Για να τιθασευτούν οι αγωνιστικές προθέσεις των Αλγερινών της Γαλλίας, q διοικητής της αστυνομίας του Παρισιού Παπόν αποφάσισε από τις 5 Οκτωβρίου 1961 να απαγορεύσει στους Αλγερινούς να κυκλοφορούν μετά τη δύση του ήλιου, τιμωρώντας ένα λαό που είχε ήδη υποστεί πολλά. Ήταν μια καλά μελετημένη προβοκάτσια. Στην πραγματικότητα, από την 1η Ιανουαρίου έως τις 31 Αυγούστου 1961, είχαν σκοτωθεί ή μάλλον είχαν δολοφονηθεί εν ψυχρώ περισσότεροι από 450 Αλγερινοί. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ήταν αναμενόμενο η εφαρμογή της απαγόρευσης κυκλοφορίας να προκαλέσει αντιδράσεις. Στις 17 Οκτωβρίου 1961, οι επικεφαλής της Γαλλικής Ομοσπονδίας του FLN[37] κάλεσαν τους Αλγερινούς σε μια ειρηνική διαδήλωση στο Παρίσι. Εκείνο το βράδυ, απέναντι σε δεκάδες χιλιάδες Αλγερινούς, που φορώντας τα καλά τους ρούχα είχαν έρθει να διαμαρτυρηθούν με «αξιοπρέπεια» εναντίον μιας εγκληματικής απόφασης, η αστυνομία φέρθηκε με μια δολοφονική θηριωδία. Δώδεκα χιλιάδες άνθρωποι συνελήφθηκαν και στοιβάχτηκαν στο αθλητικό κέντρο που βρίσκεται στην Πύλη των Βερσαλιών, στον περίβολο του Εκθεσιακού Κέντρου, στο κέντρο διαλογής στη Βενσέν, στην αυλή του κτιρίου της αστυνομικής διεύθυνσης του Παρισιού, όπου διαπράχθηκαν δολοφονίες μπροστά στα μάτια του διοικητή της αστυνομίας Παπόν. Στους δρόμους του Παρισιού, πραγματοποιήθηκε ένα τεράστιο πογκρόμ και δεκάδες Αλγερινοί ρίχτηκαν από τις γέφυρες στα παγωμένα νερά του Σηκουάνα[38]. Ήταν ολοφάνερο ότι επρόκειτο για μια οργανωμένη σφαγή, την οποία όμως τόσο ο διοικητής της αστυνομία Παπόν όσο και ο υπουργός Εσωτερικών Ροζέ Φρέι αρνήθηκαν ενώπιον του δημοτικού συμβουλίου και του κοινοβουλίου αντίστοιχα.
 
Η ISG πραγματοποίησε μια έρευνα και δημοσιοποίησε με διακριτικότητα ότι υπήρχαν 140 νεκροί. Από τη μεριά τους, οι εκπρόσωποι του FLN στη Γαλλία ανέφεραν ότι υπήρχαν περισσότεροι από 250 νεκροί και σχεδόν 400 εξαφανισμένοι. Ο πληθυσμός του Παρισιού δεν πληροφορήθηκε αυτή την καταστολή, καθώς πολλά από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αντιμετώπισαν με διακριτικό τρόπο το ζήτημα. Ελάχιστοι μάρτυρες τόλμησαν να μιλήσουν για αυτό το γεγονός. Ευτυχώς, ένας θαρραλέος φωτογράφος, ο Ελί Κάγκαν, όργωσε το Παρίσι εκείνη την κολασμένη νύχτα, όμως ο Τύπος δεν δημοσίευσε τα αδιάψευστα ντοκουμέντα που συγκέντρωσε, μ’ εξαίρεση τις Libération, L'Humanité, France- Obsevateur και Témoignage Chretien[39]. Η λήθη έκανε τα υπόλοιπα και η κοινή γνώμη συγκρότησε μόνο τους θανάτους οχτώ κομουνιστών, που δολοφονήθηκαν στη διάρκεια της διαδήλωσης της 8ης Φεβρουάριου 1962 στο σταθμό του μετρό Σαρόν. Είναι αλήθεια ότι όλοι τους ήταν Γάλλοι.
 
Καθώς η Πέμπτη Δημοκρατία ήταν μια αστυνομοκρατουμενη κοινωνία, ήταν απόλυτα φυσιολογικό ν’ αναπτύξει παρακρατικές οργανώσεις, όπως η SAC, στην οποία κακοποιοί συνεργάζονταν με ανθρώπους των γκολικών δικτύων. Το 1965, στη θλιβερή υπόθεση Μπεν Μπάρκα[40], πράκτορες της SDEC (των μυστικών υπηρεσιών της Γαλλίας) συνεργάστηκαν με ανθρώπους του υποκόσμου, σαν να επρόκειτο για μια συνηθισμένη διαδικασία[41]. Πίσω από τη σκιά των κακοποιών, υπήρχαν πρώην μέλη της Καρλίνγκ (της γαλλικής Γκεστάπο, που τα μέλη της ήταν αστυνομικοί αλλά και κακοποιοί), ακόμα και ο διοικητής της αστυνομίας του Παρισιού Παπόν, ο οποίος, όπως και πολλοί άλλοι, «κουκούλωσε» αυτή την αποτρόπαιη επιχείρηση.
 
Ήταν όμως τον Μάιο και τον Ιούνιο του 1968 που η γαλλική αστυνομία και χωροφυλακή επέδειξαν σε όλη τους τη διάσταση τις ικανότητές τους. Ήδη από τις 3 Μαΐου 1968, μετά από την εισβολή των CRS στη Σορβόνη, οι δυνάμεις της τάξης έχασαν κάθε μέτρο και επετίθεντο στους φοιτητές σαν να επρόκειτο για πραγματικούς εχθρούς. Για έξι εβδομάδες, στη διάρκεια των συνεχών διαδηλώσεων, οι αστυνομικοί χτυπούσαν ανελέητα με κλομπ τους κατοίκους του Παρισιού και εκτόξευαν εναντίον τους ασφυξιογόνα αέρια, και το ίδιο συνέβαινε και σε πολλές πόλεις της επαρχίας. Πόσοι άραγε από αυτούς υπέστησαν βλάβες στην υγεία τους από τις οποίες δεν ανάρρωσαν ποτέ απόλυτα; Οι αστυνομικοί χτυπούσαν με κλομπ μέσα στους δρόμους, έδερναν τους νεαρούς και τις κοπέλες που είχαν πέσει κάτω, χτυπούσαν με κλομπ και βασάνιζαν ακόμα και μέσα στα αστυνομικά τμήματα. Ήταν ένας κανονικός πόλεμος![42]
 
Από τον Ιούνιο του 1968 μέχρι τον Μάρτιο του 1974, υπό την υψηλή καθοδήγηση του Ρεϊμόν Μαρσελέν, η Γαλλία βρισκόταν σε μια σχεδόν μόνιμη κατάσταση πολιορκίας. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, το πραγματικό κέντρο της εξουσίας ήταν το υπουργείο Εσωτερικών. Οι ζωντανές δυνάμεις της Γαλλίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου ήταν εξ ορισμού ύποπτες για τη διάδοση ενός πνεύματος αμφισβήτησης και καταστέλλονταν με ιδιαίτερα αυστηρότητα. Δεν μπορούσε πια κανείς να γράψει, να εκφραστεί δημόσια, να κινηματογραφήσει μια ταινία, ν’ ανεβάσει ένα θεατρικό έργο ή, σε μερικές περιπτώσεις, ακόμα και να ζωγραφίσει, παρά μόνο κάτω από τον άγρυπνο έλεγχο του Ρεϊμόν Μαρσελέν. Η αστυνομία, και η δικαιοσύνη που ήταν στην υπηρεσία της, ήταν σ’ επιφυλακή για να μην υπάρξει η παραμικρή αναταραχή στα λύκεια και στα πανεπιστήμια[43].
 
Όντας μια αστυνομοκρατούμενη κοινωνία, η Γαλλία διατρέχει τον κίνδυνο να παρεκκλίνει. Το αστυνομικό κράτος μας παρακολουθεί, ακόμα και όταν η πλειοψηφία αλλάζει στρατόπεδο. Η Γαλλία είναι από τις δημοκρατικές χώρες που έχουν τις πολυπληθέστερες δυνάμεις της τάξης. Διαθέτουμε:
 
- Περισσότερους από 120.000 αστυνομικούς, από τους οποίους 18.000 ανήκουν στα CRS (υπάγονται στο υπουργείο Εσωτερικών).
 
- 95.000 χωροφυλακές, από τους οποίους 15.000 ανήκουν στις ειδικές κινητές μονάδες (υπάγονται στο υπουργείο Άμυνας).
 
- 20.000 τελωνοφύλακες (υπάγονται στο υπουργείο Οικονομικών), οι οποίοι, όταν τους δοθεί η ευκαιρία, συμπεριφέρονται όπως τα CRS ή οι ειδικές κινητές μονάδες της χωροφυλακής.
 
Πρέπει να προσθέσουμε σε αυτές τις κλασικές δυνάμεις της τάξης τους περίπου 12.000 άντρες της δημοτικής αστυνομίας. Στις μεγάλες πόλεις, όπως το Παρίσι, εκατοντάδες ελεγκτές των δημόσιων μέσων μεταφοράς, με ιδιαίτερα κατασταλτική συμπεριφορά, βοηθούνται από τους άντρες της ομάδας Προστασίας της Ασφάλειας του Δικτύου Μεταφορών (GPRS), που είναι εφοδιασμένοι με κλομπ και δακρυγόνα αέρια. Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε τις ιδιωτικές εταιρείες φρούρησης, πολλές από τις οποίες έχουν στενές σχέσεις με την αστυνομία, τους φρουρούς ακινήτων και τους πολυάριθμους καταδότες, επ’ αμοιβή ή εθελοντές, που είναι αδύνατο να καταμετρηθούν. Σε μερικά χρόνια, με την κατάργηση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας, η εξουσία θα έχει στη διάθεσή της έναν επαγγελματικό στρατό που θ’ ανέρχεται σε 250.000 άντρες και θα είναι έτοιμος να φέρει σε πέρας οποιαδήποτε κατασταλτική επιχείρηση. Η Γαλλία μπορεί να μην είναι ακόμα σε απόλυτο βαθμό ένα αστυνομικό κράτος, αλλά η κοινωνία μας είναι πλέον περισσότερο ευαίσθητη στην ιδεολογία που προπαγανδίζει τους κινδύνους για την ασφάλεια παρά στις πολυάριθμες απόπειρες εναντίον των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
 
Χωρίς να έχουμε αυταπάτες για τις κατασταλτικές ικανότητες της αστυνομίας, θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να καταδείξουμε τους παραλογισμούς στο ζήτημα της στρατολόγησης και της εκπαίδευσης των αστυνομικών υπαλλήλων. Αλλά και ότι τα κριτήρια επιλογής που χρησιμοποιούνται είναι εξίσου αμφισβητήσιμα. Είναι βέβαιο ότι, εδώ και δεκαπέντε χρόνια, οι άνθρωποι που επιλέγουν να δρουν κατασταλτικά εναντίον συνανθρώπων τους το κάνουν για να μην καταλήξουν στην ανεργία. Μέχρι τη δεκαετία του 1950, η εκπαίδευση των αστυνομικών διαρκούσε λιγότερο από ένα μήνα και το μορφωτικό επίπεδο των τερατολογούμενων ήταν το απολυτήριο δημοτικού. Πέρα από τα κατασταλτικά τους καθήκοντα, οι αστυνομικοί δεν φέρονταν με ιδιαίτερα βάναυσο τρόπο. Σήμερα, η εκπαίδευση στη σχολή αστυνομίας διαρκεί ένα έτος και οι νέοι αστυνομικοί, όλοι τους στο επίπεδο του εθνικού απολυτηρίου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (baccalaureat), είναι περισσότερο ρατσιστές από τους αστυνομικούς του παρελθόντος, αλλά εξίσου σεξιστές και βίαιοι. Οι αστυνομικοί έχουν μεταμορφωθεί σε αυτόκλητους κριτές που αποδίδουν δικαιοσύνη, κάτι που δεν είναι το λειτούργημά τους, αλλά η δικαιοσύνη αντιμετωπίζει σαν καλή μητέρα αυτούς τους αστυνομικούς που παρεκτρέπονται...

* Μετάφραση από τα γαλλικά ΑΓΓΕΛΟΣ ΦΙΛΙΠΠΑΤΟΣ, ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ

Σημειώοεις

* Ο Μορίς Ραζφούς έχει γράψει είκοσι δύο βιβλία, από τα οποία τα περισσότερα ασχολούνται με τα κατασταλτικά συστήματα. Στα πιο πρόσφατα έργα του συμπεριλαμβάνονται το Mai 68, sous Us paves, la répression, Le Cherche midi éditeur, 1998 και το En grosel et en détail, Le Pen au quotidien Paris-Meditenanée, 1998. Είναι πρόεδρος του Παρατηρητηρίου των Δημόσιων Ελευθεριών, το οποίο εκδίδει το μηνιαίο ενημερωτικό δελτίο Que fait la police?. Επίσης, είναι ένας από τους ιδρυτές του δικτύου Ras Γ Front.
[1] Οι Γάλλοι αστυνομικοί φορούσαν μαύρο χιτώνιο.
[2] Στο Proudhon, Les Cahiers, παρατίθεται στο Édouard Dolléans, Histoire du mouvement ouvrier, Armand Collin, 1967, τ. I, o. 241.
[3] K. Marx, Οι Ταξικοί Αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2000, σσ. 64.
[4] Για την επανάσταση του 1848, βλ. Maurice Aghulon, Les Quaranl-huitards, Folio-Histoire, 1992.
[5] Παρατίθεται από τον Rene Arnaud, στο V Histoire par V image, Le 2 décembre, Hachette, 1967, σσ. 22 και 26.
[6] Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Το Κομουνιστικό Μανιφέστο, εκδόσεις Α. Παπακώστα, 1963,0. 107. (Σ.τ.Μ.)
[7] Maxime Wuillaume, La Semaine sanglante, La Palatine, 1964, a. 249.
[8] Ό.π.
[9] Louise Michel, La Commune, Histoire et souvenirs, Maspero, τ. II, σ. 58.
[10] C. Tales, La Commune de 1871, Spartacus, 1971, σ. 120.
[11] Παρατίθεται από τους Jean-Piene Azéma και Michel Winock, Les Communards, συλ. Le Temps qui court, Le Seuil, 1964, σ. 165.
[12] C. Talés, La Commune de 1871, a. 130.
[13] Ό.π., σ. 142.
[14] Ό.π.
[15] Ό.π., σ. 145.
[16] Ένας από τους στρατιωτικούς αρχηγούς της Κομούνας του Παρισιού, όπως οι Ιταλοί αδελφοί Κιπριάνι και ο Πολωνός Βρομπλέβσκι.
[17] G. Talés, La Commune de 1871, σ. 145.
[18] Συγγραφέας του Histoire de la Commune de Paris, Maspero, 1967.
[19] Édouard Dolléans, Histoire du mouvement ouvrier, τ. I, σ. 386.
[20] Ό.π.
[21] Jacques Rougerie, Paris ville libre. Le Seuil, 1971, o. 259-261.
[22] Βλ. Maurice Dommanget, Histoire du 1er Mai, Société universitaire d'édition, 1953, σσ. 136-154.
[23] Ό.π., o. 221.
[24] Για το βράδυ της 9ης Φεβρουαρίου 1934, βλ. L'Humanité, 10 Φεβρουαρίου 1934.
[25] Για αυτή την κάθε άλλο παρά ένδοξη στάση της γαλλικής αστυνομίας και χωροφυλακής, βλ. Arthur Koestler, La lie de la Terre, Calman-Lévy, 1947. Les camps en Provence, συλλογική εργασία, εξ, 1984. Lion Feuchtwanger, Le Diable en France, Jean-Cyrille Godefroy, 1985. Zones d’ombre, συλλογικήεργασία, Alinea, 1990. Exiles en France, συλλογική εργασία Maspero, 1982. Les Bannis de Hitler, συλλογική εργασία EDI, 1982. Claude Laharie, Le camp de Gurs, εκδότης Claude Laharie, 1985. Hanna Schram και Barbara Vormeier, Vivre à Gurs, Maspero, 1979.
[26] Βλ. Maurice Rajsfus, La Police de Vichy, Le Cherche midi éditeur, 1995.
[27] FFI (Γαλλικές Δυνάμεις Εσωτερικού): Η ονομασία του συνόλου των αντάρτικών οργανώσεων που δρούσαν στο εσωτερικό της Γαλλίας μετά από τη θεωρητική ενοποίησή τους το 1944. FTP (Γάλλοι Ελεύθεροι Σκοπευτές και Παρτιζάνοι): Στρατιωτική αντιστασιακή οργάνωση που ιδρύθηκε το 1942. Τα περισσότερα μέλη της ήταν κομουνιστές. Το 1944 ενσωματώθηκε στο FFI.
[28] Auguste Lecæur, Le Partisan, Flammarion, 1963.
[29] Ό.π., o. 234.
[30] Ό.π., o. 238.
[31] Ό.π., σσ. 238-239.
[32] Claude Angeli και Paul Gillet, La Police dans la politique, Grasset, 1967.
[33] Πρόκειται για τους στρατηγούς Μασί και Σαλάν, οι οποίοι δημιούργησαν μια επιτροπή «κοινής σωτηρίας». (Σ.τ.Μ.)
[34] Ο Ζαν Ντιντές ήταν επιθεωρητής της αστυνομίας. Απολύθηκε το 1954 και έγινε μέλος του ακροδεξιού κινήματος του Πιερ Πουζάντ. Όταν υπηρέτησε στην αστυνομική διεύθυνση του Παρισιού από το 1942 έως το 1944, συμμετείχε στις διώξεις εναντίον των Εβραίων.
[35] Serge και Merry Bromberger, Les 13 complotsdu 13 mai, Fayard, 1959, σ. 82.
[36] Οροσειρά της Αλγερίας, απ’ όπου ξεκίνησε ο ενθνικοαπελευθερωτικός αγώνας των Αλγερινών. (Σ.τ.Μ).
[37] Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης: Το πολιτικό κόμμα που καθοδήγησε τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Αλγερινών. Ιδρύθηκε τον Νοέμβριο του 1954 από τη συγχώνευση διαφόρων οργανώσεων. (Σ.τ.Μ.)
[38] Βλ. τις μαρτυρίες που παραθέτονται στο Jean-Luc Einaudi, La Bataille de Paris, Le Seuil, 1991.
[39] Οι φωτογραφίες που τράβηξε εκείνο το βράδυ ο Ελί Κάγκαν έχουν δημοσιευτεί από τις εκδόσεις Anne-Marie Metaillé και στο Anne Tristan, Le silence du fleuve. Au nom de la memoir, 1991.
[40] Μπεν Μπάρκα (1920-1965). Αριστερός Μαροκινός πολιτικός. Καταδικασμένος σε θάνατο από την κυβέρνηση του Μαρόκου, ζούσε εξόριστος στο Παρίσι ασχολούμενος με το συντονισμό των επαναστατικών κινημάτων στον Τρίτο Κόσμο. Τον απήγαγαν το 1965 και, καθώς δεν βρέθηκε ποτέ, οι ανακριτές της υπόθεσης κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δολοφονήθηκε.
[41] Για την υπόθεση Μπεν Μπάρκα, βλ. Daniel Guérin, Ben Barka, ses assasήns, Plon, 1981.
[42] Βλ. Maurice Rajsfus, La Police hors la loi, Le Cherche midi éditeur, 1996.
[43] Βλ. Maurice Rajsfus, Mai 68, sous les paves, la répression. Le Cherche midi éditeur, 1998.

Δεν υπάρχουν σχόλια: