Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016

Από την απογοήτευση σε μια νέα έμπνευση



Τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει, χωρίς να αλλάξει το κίνημα και η Αριστερά
Η ίδια η ζωή μας υποχρεώνει να πάμε πιο μακριά, αν θέλουμε να εμπνεύσουμε ακόμα και για το πρώτο βήμα

Η πλατεία την προηγούμενη Κυριακή είχε χιλιάδες εργαζόμενους και νέους, αλλά δεν ήταν γεμάτη. Ούτε το νόημά της είχε κάτι από τις φωτιές... Υπήρχε κόσμος, αλλά σε καμιά περίπτωση η λαοθάλασσα που θα έπρεπε με βάση τα όσα ανατριχιαστικά ψηφίζονταν από την αστική μνημονιακή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Έλειπε ακόμα και τμήμα των οργανωμένων μελών των αριστερών οργανώσεων που καλούσαν. Το παραλυτικό κλίμα της αίσθησης αδυναμίας πλήττει και τμήματα της πρωτοπορίας. Η σύγκριση με την αναγκαιότητα ενός ισχυρού εργατικού λαϊκού κινήματος που θα αποκρούσει και θα ανατρέψει την επίθεση προκαλεί βάσιμα ερωτηματικά, ακόμα και απογοητεύσεις. Ιδιαίτερα σε σύγκριση με το 2010-12, αν και τότε η πορεία δεν υπήρξε ευθύγραμμη. Σφραγίστηκε από αλληλουχία πλημμύρας και άμπωτης. Έτσι συμβαίνει στην κινητοποίηση του λαού (βλέπε και Γαλλία).
«Η αλήθεια είναι επαναστατική» έγραφε ο Αντόνιο Γκράμσι. Ας μην κουκουλώνουμε το πρόβλημα. Ας το αντιμετωπίσουμε κατάματα, για να δούμε πως θα το ξεπεράσουμε, προχωρώντας στην αναγκαία κριτική και αυτοκριτική.
Οι κυβερνητικοί καρεκλοκένταυροι-υπουργοί, βουλευτές και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ- προσπαθούν να βγουν κι από πάνω, ισχυριζόμενοι πως η έλλειψη πολύ μαζικών κινητοποιήσεων αποδεικνύει πως τα μέτρα είναι φιλολαϊκά! Με βάση αυτή την λογική θα έπρεπε να παραδεχθούμε πως οι δεκαετίες παθητικότητας δείχνουν πως οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ΝΔ ήταν στο πλευρό του εργάτη...
Δεν υπάρχει επίσης τίποτα πιο κοντόφθαλμο, από το να επιχαίρει το ΠΑΜΕ για τις κινητοποιήσεις του και την κυριαρχία του σε επίπεδο μαζικότητας σε σχέση με τις άλλες δυνάμεις. Το να ξεχωρίζεις στην άμπωτη του κινήματος, ειδικά όταν για την άμπωτη αυτή το ΠΑΜΕ και το ΚΚΕ έχουν μεγάλες ευθύνες, δεν είναι δα και καμιά μεγάλη επιτυχία για να πανηγυρίζει κανείς.
Αλλά και το κλίμα μιας γενικής απογοήτευσης, της «αριστερής κατάθλιψης», που αντιμετωπίζει τη χρεοκοπία του αντιμνημονιακού σχεδίου του ΣΥΡΙΖΑ εντός της ΕΕ και του συστήματος σε γενικευμένη ήττα της Αριστεράς, όχι μόνο δεν μπορεί να δώσει ουσιαστικές απαντήσεις, αλλά διαχέει τη συνευθύνη για την αστική μνημονιακή ολοκλήρωση του ΣΥΡΙΖΑ στις αντικαπιταλιστικές δυνάμεις της Αριστεράς, που έγκαιρα είχαν ξεκαθαρίσει πως αγωνίζονται για έναν άλλο δρόμο ανταγωνιστικό προς τον ευρω-διαχειριστικό του ΣΥΡΙΖΑ. Και πολύ περισσότερο όταν σήμερα δεν τολμούν να αναζητήσουν τις αιτίες για την αδυναμία του κινήματος στην επικράτηση της ρεφορμιστικής και διαχειριστικής γραμμής και να θέσουν ως πρώτο απαραίτητο αίτημα την αποσυριζοποίηση της Αριστεράς, αλλά θέτουν γενικά κι αφηρημένα το ζήτημα μιας αλλαγής πορείας, χωρίς σαφή κατεύθυνση.
Πως φτάσαμε λοιπόν στην καχεκτική κινητοποίηση της προηγούμενης Κυριακής και γενικά στην αναιμική αντίδραση σε δύο κορυφαία νομοσχέδια - λαιμητόμους; Δεν ήταν προδιαγεγραμμένη η εξέλιξη. Η πανεργατική απεργία του Νοέμβρη και πολύ περισσότερο της 4ης Φλεβάρη, σε συνδυασμό με τα πολύ μαζικά αγροτικά μπλόκα και τις κινητοποιήσεις των αυτοαπασχολούμενων και των μισθωτών με μπλοκάκι, πριν την τελική διαμόρφωση και κατάθεση του ασφαλιστικού νομοσχεδίου, με το αίτημα της απόσυρσής του (σημαντική πλευρά αυτή η έγκαιρη κινητοποίηση και όχι εκ των υστέρων) έδειξε πως δεν είναι καθόλου δεδομένη η ακινησία του λαού λόγω κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Οι ηγεσίες του αστικοποιημένου συνδικαλισμού σε ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ έπνιξαν την κλιμάκωση του αγώνα, έδωσαν πολύτιμο χρόνο – ανάσα στην κυβέρνηση, εκτόνωσαν τις αγωνιστικές διαθέσεις, άφησαν μόνους τους αγρότες, μέχρι ο Μπούτας να κεράσει τσίπουρα τον ...Τσίπρα. Το χειρότερο είναι πως αυτός ο πυροσβεστικός σχεδιασμός, με άλλοθι μια 48ωρη απεργία – φάντασμα, αποτέλεσε πρόταση του ΠΑΜΕ, με την οποία συντάχθηκε και το ΜΕΤΑ.
Έτσι η κινητοποίηση της Κυριακής έμοιαζε με μνημόσυνο, εκ των υστέρων και με δεδομένη την ψήφιση, χωρίς την ανάλογη κλιμάκωση και ένταση των μορφών πάλης, ανάλογα με την ένταση της επίθεσης. Η τυποποίηση, η διαρκής επανάληψη του ίδιου τρόπου κινητοποίησης, χωρίς απεύθυνση στην εργατική βάση για μαζική συμμετοχή και ξεσηκωμό, χωρίς συνελεύσεις στους χώρους δουλειάς και τις γειτονιές, στα σωματεία και στους συλλόγους, οδηγούν στο να επικρατεί η λογική «μία από τα ίδια». Οι εικόνες που έρχονται από την Γαλλία δείχνουν πως υπάρχει όχι μόνο αναγκαιότητα αλλά και δυνατότητα για ανεβασμένες και συγκρουσιακές μορφές για το εργατικό κίνημα, ειδικά όταν δίνει μάχη για να νικήσει και όχι απλά να διαμαρτυρηθεί.
Αλλά βεβαίως η δυσκολία της εργατικής – λαϊκής κινητοποίησης έχει βαθύτερες ρίζες. Πρώτο, από το 2012 και μετά (και ειδικά μετά το 2014) πήρε προβάδισμα η τάση ευρω-διαχείρισης και πολιτικής – κοινοβουλευτικής – κυβερνητικής εκπροσώπησης, με βασικό εκφραστή τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η λαϊκή αυταπάτη συντρίφτηκε στο 3ο μνημόνιο, αλλά σε μεγάλο βαθμό οδηγεί ακόμα σε μια λογική «δεν μπορεί να γίνει τίποτα», παρότι υπάρχουν και τάσεις βαθύτερου ριζοσπαστισμού, τις οποίες πρέπει να εκφράσει η αντικαπιταλιστική Αριστερά για να αντιστραφεί η κατάσταση.
Δεύτερο, μέσα στους χώρους εργασίας και συνολικά στην εργατική τάξη ο συσχετισμός ανάμεσα στην τάση υποταγής και στην τάση χειραφέτησης είναι πολύ αρνητικός και λόγω του εργασιακού σφαγείου που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι. Μία πλευρά: Το 2015 πάνω από ένα εκατομμύριο εργαζόμενοι (το 60% των μισθωτών) απολύθηκαν ή λύθηκε η ορισμένου χρόνου σύμβασή τους.
Τρίτο, δεν πρέπει να υποτιμηθεί η κυβερνητική προπαγάνδα, η προσπάθεια να εμφανισθεί ως «προστάτης των πολύ φτωχών», το δίλημμα – σύγκριση με τη ΝΔ. Ξέροντας βεβαίως πως είναι από δω και πέρα που τα κυβερνητικά μέτρα θα αρχίσουν να εφαρμόζονται και να διαλύουν ψευδαισθήσεις. Παρόλα αυτά, η συγκεκριμένη αποκάλυψη της κυβερνητικής πολιτικής, η δημιουργία δεσμών με τα εργατικά και πληβειακά στρώματα αποτελούν επείγοντα ζητούμενα.
Τέταρτο, ο αστικοποιημένος και υποταγμένος συνδικαλισμός βρίσκεται σε βαθιά σήψη, αλλά διατηρεί όμως την ηγεμονία, με αποτέλεσμα να απειλεί με σάπισμα συνολικά του εργατικού κινήματος. Η ανάγκη έμπρακτου διαχωρισμού και δημιουργίας άλλου κέντρου αγώνα από τις μαχόμενες δυνάμεις των συνδικάτων και της νέας εργατικής βάρδιας, συσπείρωσης της ταξικής πτέρυγας και συγκρότησης ταξικής κίνησης για την ανατροπή και για ένα νέο εργατικό κίνημα αποκτούν πλέον επιτακτική σημασία. Απ΄ αυτή τη σκοπιά χρειάζεται θαρραλέα αυτοκριτική για το κατά πόσο οι ταξικές δυνάμεις και η αντικαπιταλιστική Αριστερά κατάφεραν να σπάσουν τον ηττοπαθή και πυροσβεστικό σχεδιασμό της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Συνέβαλαν αποφασιστικά στη δημιουργία των πρωτοβουλιών πρωτοβάθμιων σωματείων στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και άλλες πόλεις, στις συνελεύσεις αγώνα για το ασφαλιστικό κλπ. Παρόλα αυτά δεν δημιουργήθηκαν επαρκείς όροι για να εκφραστεί στην πράξη μια άλλη πορεία για το εργατικό λαϊκό κίνημα, να υπάρξουν παραδείγματα σύγκρουσης και μάχης για την ήττα της κυβερνητικής πολιτικής.
Πέμπτο, σε αυτό συνέβαλε και η άρνηση των δυνάμεων του ΚΚΕ και της ΛΑΕ να αποδεχθούν την πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για πολιτικό συντονισμό των μαχόμενων δυνάμεων της Αριστεράς για την απόκρουση του ασφαλιστικού καταρχήν και συνολικά της πολιτικής κεφαλαίου – ΕΕ – ΔΝΤ.
Αλλά σίγουρα το μεγάλο πρόβλημα – ερώτημα που δεσπόζει είναι η άρση της λογικής του «Δεν υπάρχει εναλλακτική» (ΤΙΝΑ). Η αναγκαία απάντηση σε αυτό, ειδικά μετά το οδυνηρό για εκατομμύρια εργαζόμενους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ πέρασμά του στο αστικό μνημονιακό στρατόπεδο, είναι πλέον πιο δύσκολη και υποχρεωτικά πιο βαθιά. Φέρνει στο προσκήνιο την αναγκαιότητα ενός πολιτικού εργατικού λαϊκού κινήματος ανατροπής και μιας Αριστεράς αποφασισμένης και ικανής να οδηγήσει στη σύγκρουση και τη νίκη: με το καθεστώς ευρωμνημονιακής καπιταλιστικής βαρβαρότητας, για την έξοδο από τη φυλακή της ΕΕ, για την επιβολή κατακτήσεων των εργαζομένων και του λαού σε βάρος του κεφαλαίου, για τη συνολική αντικαπιταλιστική ανατροπή της επιδρομής και των αστικών αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων. Με όπλο μια επαναστατική τακτική – στρατηγική, που ανοίγει το δρόμο για την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού, για την εργατική δημοκρατία και την κομμουνιστική διεθνιστική απελευθέρωση.
Η ίδια η ζωή μας υποχρεώνει να πάμε πιο μακριά, αν θέλουμε να εμπνεύσουμε ακόμα και για το πρώτο βήμα. Και ταυτόχρονα να βρούμε τον τρόπο γι’ αυτό το «πρώτο βήμα» μιας μεγάλης πορείας. Δεν δίνει διέξοδο η αναζήτηση μιας «άμεσης πολιτικής λύσης», που συχνά καταλήγει σε μια (πιο αριστερή) αναπαραγωγή της κυβερνητικής κοινοβουλευτικής πρότασης του πρώιμου ΣΥΡΙΖΑ. Σήμερα απαιτούνται πιο συνολικές και στρατηγικές απαντήσεις. Ακόμα και οι εξελίξεις στη Βενεζουέλα και συνολικά στη Λατινική Αμερική υπογραμμίζουν αυτή την αναγκαιότητα.
Η αντίληψη του ΚΚΕ παραμένει καθηλωτική, αφού στο όνομα της «λαϊκής εξουσίας» υποβαθμίζει την πολιτική πάλη και την απαιτητικότητα των εργαζομένων και του λαού. Ο ρόλος της πρωτοπορίας δεν είναι να βλέπει ή ακόμα και να προβλέπει τη νύχτα. Η Κασσάνδρα δεν δικαιώθηκε. Πρωτοπορία σημαίνει να βλέπεις τα φωτεινά σημάδια μέσα στη νύχτα, να μην παραδέχεσαι την ήττα και να ανοίγεις δρόμους, μαζί με τα μαχόμενο κίνημα, για την «κατάργηση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων».
Έχουμε ανάγκη μιας τέτοιας μαχόμενης πρωτοπορίας. Που θα αναπνέει μέσα στον λαό, αλλά δεν θα πνίγεται από την ανάσα της τάσης υποταγής. Που θα πηγαίνει (και) κόντρα στο ρεύμα. Θα απαντά στην απογοήτευση όχι με την χαζοχαρούμενη αισιοδοξία πως το κίνημα πάντα ανεβαίνει, αλλά με την ακλόνητη ταξική επαναστατική τοποθέτηση, την επαναστατική θεωρία και τακτική, κάνοντας τις αναγκαίες αναπροσαρμογές. Η συγκρότηση μιας σύγχρονης κομμουνιστικής πρωτοπορίας σε ανώτερο επίπεδο είναι το μεγάλο, το πρώτιστο καθήκον, στο οποίο έχουμε δραματικά καθυστερήσει.
Γιάννης Ελαφρός, εφημερίδα ΠΡΙΝ 29/5/2016

Δεν υπάρχουν σχόλια: