Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

Η μαύρη βίβλος του Καπιταλισμού: Αντισυνδικαλιστική Καταστολή


του Αντρέ Ντεβριέν[1]
«Η φυλακή και τα καταναγκαστικά έργα αποτελούν τη μοναδική λύση για το κοινωνικό ζήτημα. Ας ελπίσουμε ότι θα γενικευθεί η χρήση τους».
Chicago Times (Μάιος 1886)
Από τότε που νομιμοποιήθηκε η ελευθερία ίδρυσης συνδικάτων, το 1884, άρχισε και η καταστολή των δραστηριοτήτων τους! Συχνά βίαιη, συχνά δόλια.
Βέβαια, πάντα υπήρχε καταστολή εις βάρος των εργατών, όταν αυτοί εξεγείρονταν εναντίον των συνθηκών που τους είχαν επιβάλλει αυτοί που ζούσαν από την εργασία τους. Οι τεχνίτες του παρελθόντος πραγματοποίησαν επικούς αγώνες και υπέστησαν την καταστολή των «δυνάμεων της τάξης», βασιλικών, αυτοκρατορικών ή δημοκρατικών, συχνά και με τις ευλογίες της εκκλησίας. Αναφέρουμε μόνο τη μεγάλη απεργία των τεχνιτών τυπογράφων στη Λιόν το 1539. Υπήρξαν όμως πολλές ακόμα στη διάρκεια των αιώνων.
Αργότερα, τα μέλη της Διεθνούς Ένωσης Εργατών (η Πρώτη Διεθνής) καταδιώχθηκαν επίσης από τις Αρχές. Οι εργαζόμενοι, που δεν είχαν το δικαίωμα να πραγματοποιούν συναθροίσεις και να συγκροτούν οργανώσεις αυτοάμυνας, χρησιμοποιούσαν τις μόνες ενώσεις που τους επιτρεπόταν να έχουν: Τις εταιρείες αλληλοβοήθειας, τις οποίες μετέτρεψαν σ’ εταιρείες αντίστασης που φυσικά ήταν παράνομες. Πίσω από το προκάλυμμα των εταιρειών αλληλοβοήθειας, προετοιμάστηκαν και διεξήχθησαν οι μεγάλες απεργίες και οι ξεσηκωμοί το 1830 στη Νάντη, το 1831 στο Παρίσι και στη Λιμόζ, καθώς και οι εξεγέρσεις των εργατών του μεταξιού στη Λιόν το 1831 και το 1834, που καταπνίγηκαν με ανελέητο τρόπο.
Οι αρχές του συνδικαλισμού
«... Ο αντίπαλός μου ήταν, παραμένει και θα παραμένει για πάντα ο αντίπαλος της τάξης μου, αυτός που την καταδικάζει να λιμοκτονεί και, όταν αυτή αρχίσει να φωνάζει, την πολυβολεί....»
ΠΑΝΑΪΤ IΣΤΡΑΤΙ, Προς την Άλλη Φλόγα
Το 1884 λοιπόν, η νεαρή γαλλική δημοκρατία, η τρίτη κατά σειρά, επέτρεψε την ίδρυση συνδικάτων. Πολύ γρήγορα, άρχισαν να πραγματοποιούνται προσεγγίσεις ανάμεσα στις οργανώσεις που συγκροτήθηκαν. Δημιουργήθηκαν η Ομοσπονδία των Συνδικάτων και η Ομοσπονδία των Εργατικών Κέντρων. Το 1895, συνενώθηκαν και ίδρυσαν τη Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας (CGT). Το εργατικό κίνημα οργανώθηκε, αναπτύχθηκε. Ετοιμαζόταν να διεξάγει μεγάλους αγώνες, όχι μόνο διεκδικητικούς αλλά και αγώνες που αποσκοπούσαν στην κατάργηση της μισθωτής εργασίας, ώστε να οικοδομηθεί μια κοινωνία στην οποία θα είχε καταργηθεί η εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο και θα κυριαρχούσε η κοινωνική δικαιοσύνη.
Αλλά και ο καπιταλισμός οργανώθηκε. Με τη βοήθεια των κυβερνήσεων, η εργοδοσία θ’ αντιδρούσε πλήττοντας με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο την αξίωση των εργαζομένων να μη ζουν σε συνθήκες εξαθλίωσης. Οι συνδικαλιστές, οι εργάτες, θα πλήρωναν ακριβά, σε μερικές περιπτώσεις με την ελευθερία και τη ζωή τους, τη δέσμευσή τους στην πάλη εναντίον της εκμετάλλευσης της οποίας ήταν θύματα.
Το 1885, η περιβόητη Επιτροπή Σιδηρουργίας μεταμορφώθηκε σε (εργοδοτικό) επαγγελματικό συνδικάτο. Το 1886, συγκροτήθηκε η Επιτροπή Ανθρακωρυχείων και, στη συνέχεια, τα εργοδοτικά επιμελητήρια της μεταλλουργίας μετατράπηκαν στην Ένωση των Μεταλλουργικών και Εξορυκτικών Βιομηχανιών, των Βιομηχανιών Μηχανικών Κατασκευών και των Ηλεκτρικών και Μεταλλευτικών Βιομηχανιών, στην οποία ενσωματώθηκαν και οι υπόλοιπες βιομηχανίες, μια φοβερή πολεμική μηχανή εναντίον των εργαζομένων που ήταν ακόμα διεσπαρμένοι σε πολλές συνδικαλιστικές οργανώσεις. Δυστυχώς, πολλές φορές έχουμε διαπιστώσει ότι η εργοδοσία συνενώνεται εναντίον των εργαζομένων πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο αυτοί εναντίον των αφεντικών τους.
Η CGT θα συνέχιζε λοιπόν τον αγώνα των εκμεταλλευόμενων εναντίον των εκμεταλλευτών τους. Μέσα στα χρόνια, οι συνδικαλιστές θα γνώριζαν νίκες, αλλά και ήττες που δεν οφείλονταν μόνο στους «φυσικούς» τους εχθρούς, την εργοδοσία και την κυβέρνηση, αλλά σε μερικές περιπτώσεις, δυστυχώς, και στις δικές τους διαιρέσεις. Παρά τις δεσμεύσεις τους, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και τα σοσιαλιστικά κόμματα της Ευρώπης δεν μπόρεσαν ν’ αποτρέψουν τον πόλεμο του 1914-18, τον «Μεγάλο Πόλεμο» που υπήρξε μια καπιταλιστική σφαγή. Η προβλεπόμενη γενική απεργία δεν κηρύχθηκε ποτέ. Το σύνθημα «οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα» έδωσε τη θέση του στην ιερή συμμαχία...
Απεργίες
Το Ιανουάριο του 1900 έγινε μια απεργία στον Σεντ-Ετιέν, ενώ τον Φεβρουάριο πραγματοποιήθηκε μια απεργία στη Μαρτινίκα (εννέα εργάτες σκοτώθηκαν και δεκατέσσερις τραυματίστηκαν). Τον Ιούνιο, τρεις εργάτες σκοτώθηκαν στο Σαλόν-σιρ Σαόν. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε «κ.λπ.», αν δεν υπήρχε ο φόβος να μετατρέψουμε σε κοινότοπα αυτά τα γεγονότα.
Η αύξηση του κόστους ζωής και των ενοικίων που υποχρέωνε τους εργάτες να ζουν σε τρώγλες, οι πολύ χαμηλοί μισθοί και οι μέθοδοι εντατικοποίησης της εργασίας στα εργοστάσια προκάλεσαν μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις από το 1902 έτος το 1913. Σε αυτές συμμετείχαν οι μεταλλουργοί, οι ανθρακωρύχοι, οι λιμενεργάτες, οι εργάτες του κατασκευαστικού τομέα και της υφαντουργίας, οι γεωργικοί εργάτες, οι οδηγοί ταξί...
Η καταστολή υπήρξε εξαιρετικά βίαιη. Ο Κλεμανσό και ο Μπριάν (πρώην σθεναροί υπερασπιστές της εργατικής τάξης που είχαν γίνει υπουργοί) τέθηκαν επικεφαλής της αντίδρασης εναντίον των εργατών. Στο Νταβέιγ, στις 2 Ιουνίου 1908, οι χωροφύλακες άνοιξαν πυρ εναντίον των διαδηλωτών: δύο νεκροί και εννέα τραυματίες. Στις 30 Ιουλίου, στο Βιλνέβ-Σεν-Ζορζ, ο στρατός σκότωσε εφτά και τραυμάτισε διακόσιους εργαζομένους. Οι ηγέτες των συνδικάτων συνελήφθηκαν. Παντού όπου γινόταν απεργία, ο στρατός στελνόταν εναντίον των απεργών, αρκετοί από τους οποίους συλλαμβάνονταν, τους απέλυαν οι εργοδότες τους, δυσφημούνταν. Για παράδειγμα, ο γραμματέας του συνδικάτου των καρβουνιάρηδων της Χάβρης, ο Ζιλ Ντιράν, καταδικάστηκε σε θάνατο για ηθική συμμετοχή σε μια απεργία! Η ποινή του μετατράπηκε σε εφταετή κάθειρξη και, μετά από μια έντονη εκστρατεία αλληλεγγύης σε όλη τη χώρα, απελευθερώθηκε πριν από την αναθεώρηση της δικαστικής απόφασης. Οι δοκιμασίες όμως υπήρξαν πολύ σκληρές για τον Ντιράν, που έχασε τα λογικά του. Τελικά, αθωώθηκε το 1918!
Στην πραγματικότητα, οι κατηγορίες εις βάρος του Ντιράν ήταν επακόλουθο μιας μηχανορραφίας των εργοδοτών και των πολιτικών. Ο Μπριάν δεν είχε διστάσει να δηλώσει: «Αν δεν είχα στη διάθεσή μου τα αναγκαία όπλα για να διατηρηθεί η ασφάλεια, αν έπρεπε να προσφύγω στην παρανομία, δεν θα είχα διστάσει». Δεν δίστασε... Πολλοί πολιτικοί, αστυνομικοί και εργοδότες, σε όλες τις χώρες και σε όλα τα καθεστώτα, δεν δίστασαν να εξυφάνουν μηχανορραφίες εναντίον των συνδικαλιστών που ήταν ιδιαίτερα δραστήριοι.
Όταν η κυβέρνηση αρνήθηκε στους σιδηροδρομικούς το δικαίωμα της απεργίας, ήρθε η σειρά τους να ριχτούν στη μάχη. Τα μέλη της απεργιακής επιτροπής τους συνελήφθηκαν και 15.000 σιδηροδρομικοί επιστρατεύθηκαν, γεγονός που έκανε τον Ζαν Ζορές να πει: «Μετέτρεψαν την παύση της εργασίας σε στρατιωτικό αδίκημα».
Προηγουμένως, το 1909, οι ταχυδρομικοί υπάλληλοι είχαν πραγματοποιήσει μια μεγάλη απεργία. Οι ταπεινώσεις, οι κυρώσεις και οι απολύσεις έπεσαν σαν βροχή πάνω στους απεργούς. Ένας άλλος αποστάτης του σοσιαλισμού, ο υπουργός Εργασίας Βιβιανί, πρότεινε στην κυβέρνηση να διαλύσει την CGT. Δεν έφτασαν μέχρι αυτό το σημείο, έκλεισαν όμως το Εργατικό Κέντρο του Παρισιού.
Η CGT καθοδηγούσε τους αγώνες, υποστήριζε τους απεργούς. Μαζί με το σύνολο σχεδόν των συνδικάτων που την αποτελούσαν, ξεκίνησε τον αγώνα για το οχτάωρο: οχτώ ώρες εργασίας, οχτώ ώρες ανάπαυσης, οχτώ ώρες ελεύθερου χρόνου. Η διεκδίκηση του οχτάωρου, που ξεκίνησε το 1906, θα γινόταν πράξη το 1919. Ταυτόχρονα, η Συνομοσπονδία διεξήγαγε μια αντιμιλιταριστική προπαγανδιστική εκστρατεία, διακηρύττοντας την ιδέα μιας γενικής απεργίας σε περίπτωση πολέμου.
Η Πρωτομαγιά
«Η Πρωτομαγιά είναι μια πράξη που δεν πρέπει να εκφυλιστεί ώστε να γίνει μια παρωδία των αστικών γιορτών ή μια ηλιόλουστη 11η Νοεμβρίου».[2]
ΖΟΡΖ ΝΤΙΜΟΥΛΕΝ (Μάιος 1937)
Την Πρωτομαγιά του 1905, η CGT οργάνωσε για πρώτη φορά απεργίες και διαδηλώσεις, με κίνητρο την εργάσιμη ημέρα των οχτώ ωρών. Το κεντρικό σύνθημα του πρώτου εορτασμού της Πρωτομαγιάς ήταν: «Από την Πρωτομαγιά του 1906, οι εργαζόμενοι θα δουλεύουν μόνο οχτώ ώρες!»
Την Πρωτομαγιά του 1905, το Παρίσι είχε τεθεί σε κατάσταση πολιορκίας. 60.000 στρατιώτες επιτηρούσαν την πόλη. Έγιναν πολλές συμπλοκές και πραγματοποιήθηκαν 800 συλλήψεις. Οι τραυματίες ήταν εκατοντάδες και υπήρξαν δυο νεκροί. Η αστική τάξη είχε πανικοβληθεί. Αλλά και στην επαρχία πραγματοποιήθηκαν στάσεις εργασίας, διαδηλώσεις και επεισόδια, κυρίως στην Νίκαια, στην Γκρενόμπλ, στο Μονπελιέ, στον Σεντ-Ετιέν, στη Λιόν, στο Ροσφόρ...
Η ιδέα να μετατραπεί η Πρωτομαγιά σε μια ημέρα διεκδικήσεων ξεκίνησε από τις ΗΠΑ. Στο Σικάγο, την Πρωτομαγιά του 1886 πραγματοποιήθηκε μια πολύ μεγάλη απεργία, η οποία συνεχίστηκε μέχρι τις 3 και 4 Μαΐου. Το τέλος της απεργιακής κινητοποίησης υπήρξε δραματικό. Οι αστυνομικοί άνοιξαν πυρ εναντίον του πλήθους, σκοτώνοντας πέντε ανθρώπους και τραυματίζοντας πολλούς, ενώ στη συνέχεια μια βόμβα, που κατά πάσα πιθανότητα την είχε ρίξει κάποιος προβοκάτορας, εξερράγη ανάμεσα στους αστυνομικούς. Αναρχικοί εργάτες συνελήφθησαν, καταδικάστηκαν χωρίς αποδείξεις και εκτελέστηκαν.
Όπως έχει γράψει η Κλάρα Τσέτκιν[3], το οχτάωρο θεωρούνταν ως «μια προκαταβολή της αστικής τάξης για το τεράστιο χρέος που οφείλει στην εργατική τάξη», γεγονός που ερμηνεύει την τεράστια απήχηση που είχε αυτό το διεκδικητικό αίτημα.
Μερικές Πρωτομαγιές σημάδεψαν την Ιστορία είτε εξαιτίας του αριθμού των απεργών και των διαδηλωτών, είτε εξαιτίας της άσκησης βίας από τις λεγόμενες δυνάμεις της τάξης, είτε εξαιτίας αυτού που συμβόλιζαν. Έτσι, η Πρωτομαγιά του 1919, η πρώτη μετά από τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, υπήρξε μεγαλειώδης και χαρακτηρίστηκε από βίαια επεισόδια στη Γαλλία, στις ΗΠΑ, στην Αργεντινή... Αυτή του 1920, υπήρξε η σημαντικότερη, από την άποψη του αριθμού των συμμετεχόντων, στη Γαλλία. Εκείνη του 1934 υπήρξε το έναυσμα για τον αγώνα εναντίον του φασισμού και εκείνη του 1936 για την επανένωση των συνδικάτων, γεγονός που αποτέλεσε το προοίμιο για τις μεγάλες απεργίες του Ιουνίου.
Στην Ισπανία, η Πρωτομαγιά του 1936 υπήρξε μια εντυπωσιακή επίδειξη της λαϊκής δύναμης. Η απάντηση δεν ήταν μια συνηθισμένη καταστολή, αλλά ένας εμφύλιος πόλεμος τον οποίο ξεκίνησαν εναντίον του Frente Popular (Λαϊκού Μετώπου) οι διψασμένοι για εξουσία στρατιωτικοί, οι φασίστες, οι αντιδραστικοί ρωμαιοκαθολικοί και, φυσικά, οι μεγαλοϊδιοκτήτες που ήταν τα αφεντικά της οικονομίας της Ισπανίας. Οι συνδικαλιστικές συνομοσπονδίες, η σοσιαλίζουσα Γενική Ένωση Εργατών (UC.T) και η αναρχο-συνδικαλιστική Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας (CNT) αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος στον αγώνα, κυρίως η CNT που, εκτός από τον αγώνα εναντίον του φασισμού, έβαλε παντού όπου μπόρεσε τις βάσεις για μια νέα κοινωνία.
Εγκαταλειμμένη από τις δημοκρατίες, τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία, η ισπανική δημοκρατία υπέκυψε στα πλήγματα των οπαδών του Φράνκο, που είχαν την υποστήριξη της φασιστικής Ιταλίας και της χιτλερικής Γερμανίας, αλλά και τις ευλογίες του πάπα. Όσο για τη γαλλική κυβέρνηση, υποδέχτηκε σαν κακοποιούς, ακόμα και σαν εχθρούς της Γαλλίας, τους δημοκράτες μαχητές που κατάφεραν να καταφύγουν στη Γαλλία το 1939.
Όταν η Πρωτομαγιά έγινε εθνική γιορτή, έχασε ένα μέρος από τη δυναμική της και σιγά σιγά σταμάτησε ν’ αποτελεί σύμβολο της ταξικής πάλης. Στις χώρες με δικτατορικά καθεστώτα, είχε ήδη εκτραπεί σε ημέρα στρατιωτικών παρελάσεων. Σε άλλες χώρες, έγινε η γιορτή των λουλουδιών. θα χρειαστεί αναμφίβολα αρκετός χρόνος για να ξαναγίνει μια ημέρα των διεθνών εργατικών διεκδικήσεων.
Η καταστολή συνεχίζεται...
Το 1936 υπήρξε το έτος της μεγάλης νίκης των εργατών. Το ιερό δικαίωμα της ιδιοκτησίας καταπατήθηκε -έστω και πρόσωρινά- από την κατάληψη των εργοστασίων, ενώ αναγνωρίστηκε το δικαίωμα της άδειας μετ’ αποδοχών, καθώς και το δικαίωμα της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης. Καμία άλλη νίκη δεν είχε ως αποτέλεσμα να επιτευχθούν τόσο θεμελιώδη κεκτημένα όσο αυτά.
Παρ’ όλα αυτά, ήδη από το 1937, άρχισε η καταστολή. Τις περισσότερες φορές ήταν οι εργοδότες που με τις ενέργειές τους προκαλούσαν τις απεργίες. Δημιουργήθηκαν απεργοσπαστικές «συνδικαλιστικές» οργανώσεις, όπως τα Γαλλικά Επαγγελματικά Συνδικάτα. Τον Μάρτιο, στο Κλισί, η αστυνομία άνοιξε πυρ εναντίον των εργατών. Ο απολογισμός: Πέντε νεκροί και εκατοντάδες τραυματίες. Το 1938, η CGT κάλεσε τους εργαζομένους ν’ απεργήσουν στις 30 Νοεμβρίου εναντίον των διαταγμάτων-νόμων που καταργούσαν πολλά από τα κεκτημένα του 1936. Η απεργία δεν ήταν καλά προετοιμασμένη. Η εργοδοσία και η κυβέρνηση ενορχήστρωσαν την αντεπίθεσή τους: συνελήφθησαν αγωνιστές, κηρύχθηκαν λοκάουτ. Η αστυνομία κατέλαβε τα «νευραλγικά» σημεία, οι σιδηροδρομικοί και οι δημόσιοι υπάλληλοι επιστρατεύτηκαν. Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα εμφυλίου πολέμου, η απεργία σημείωσε αποτυχία στις περισσότερες πόλεις; (εκτός από τη Νάντη, το Σεντ-Ναζέρ, την Τουλούζη και το Κλερμόν Φεράν). Η καταστολή πήρε μεγάλες διαστάσεις: 500 αγωνιστές καταδικάστηκαν σε ποινές, 350.000 δημόσιοι υπάλληλοι τιμωρήθηκαν με πειθαρχικές κυρώσεις.
Το Λαϊκό Μέτωπο είχε εκμετρήσει το ζην...
Βίαιη καταστολή και δόλια καταστολή
Για να σπάσει μια απεργία, ένας εργατικός αγώνας, η καταστολή μπορεί να είναι αιματηρή. Για να εξασθενήσει μια ισχυρή συνδικαλιστική οργάνωση, η καταστολή μπορεί να είναι δόλια, κάτι που την καθιστά μεσοπρόθεσμα αποτελεσματική. Πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι τα σχίσματα δεν τα προκαλούν αναγκαστικά οι δυνάμεις που είναι εχθρικές στο συνδικαλισμό, αλλά σε μερικές περιπτώσεις τα ίδια τα συνδικάτα.
Στις 9 Νοεμβρίου 1940, η κυβέρνηση του Βισί[4] διέλυσε τη CGT και τα συνδικάτα τέθηκαν εκτός νόμου. Οι αποστάτες της CGT, όπως οι Μπελέν, Ντιμουλέν, Μιλιόν, Φρουαντεβάλ κ.λπ., προσχώρησαν στο Λαϊκό Συναγερμό και αποδέχτηκαν τη χάρτα εργασίας του Πετέν, που προέβλεπε τη δημιουργία συντεχνιακών επαγγελματικών οργανώσεων, όπως στη φασιστική Ιταλία, στις οποίες θα συνυπήρχαν οι εργοδότες και οι μισθωτοί. Επρόκειτο για μια προσπάθεια να οργανωθεί η ταξική συνεργασία. Οι απεργίες απαγορεύτηκαν.
Η CGT ανασυγκροτήθηκε μέσα στους κόλπους της Αντίστασης. Οι αγωνιστές της είχαν την ίδια μοίρα με τους άλλους αντιστασιακούς όταν συλλαμβάνονταν είτε από τους κατακτητές είτε από την αστυνομία ή την πολιτοφυλακή του Βισί. Η CGT, που συμμετείχε στο Εθνικό Συμβούλιο Αντίστασης, ετοίμαζε το πρόγραμμά της για τη μεταπολεμική περίοδο.
Εν τω μεταξύ, πραγματοποιούνταν απεργίες και διαδηλώσεις παρά τους κινδύνους. Την Πρωτομαγιά του 1943 και εκείνη του 1944 έγιναν διαδηλώσεις. Οργανώθηκαν απεργίες στα εργοστάσια και στα ορυχεία της Γκρενόμπλ, της Λιόν και της Μασσαλίας, στα ορυχεία του Νορ-Πα-ντε-Καλέ, στους σιδηροδρόμους... Μετά την Απελευθέρωση, η CGT συνέβαλε στην ανοικοδόμηση της Γαλλίας, επανέφερε τους κοινωνικούς νόμους του 1936, αγωνίστηκε για την αύξηση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων. Οι εργοδότες, εξαιτίας της «συνεργατικής στάσης» τους με τους κατακτητές, δεν μπόρεσαν στην αρχή ν’ αντιδράσουν αποτελεσματικά. Ήδη όμως από το 1947, ξεκίνησαν πάλι τις εχθροπραξίες εναντίον των εργαζομένων. Ο πληθωρισμός, που κάλπαζε, είχε ως αποτέλεσμα να μειωθεί και άλλο το επίπεδο διαβίωσης των μισθωτών, που ήταν ήδη αρκετά χαμηλότερο από εκείνο του 1938. Ξέσπασαν μεγάλες απεργίες: στην αυτοκινητοβιομηχανία Renault, στους σιδηροδρόμους, στον Τύπο. Η αστυνομία άρχισε πάλι να επεμβαίνει. Πολλοί θεωρούσαν ότι η δύναμη της CGT ήταν υπερβολικά μεγάλη. Έπρεπε να μειωθεί. Η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου συνέβαλε ώστε μια συνωμοσία από ετερόκλητα στοιχεία να προκαλέσει ένα σχίσμα με την ενίσχυση της American Federation of Labor, της αμερικανικής συνδικαλιστικής ομοσπονδίας. Το έδαφος είχε προετοιμαστεί για να ιδρυθεί η Force Ouvrière (Εργατική Δύναμη).
Υπήρχαν πια τέσσερις συνδικαλιστικές ομοσπονδίες: Η CGT, η FO, η CFTC (Γαλλική Συνοποσπονδία Χριστιανών Εργαζομένων) και η FEN (Ομοσπονδία Εθνικής Εκπαίδευσης). Λίγο αργότερα, θα ιδρυόταν και η Γενική Συνομοσπονδία Ανεξάρτητων Συνδικάτων.
Την ίδια περίοδο, η εργοδοσία ενισχύθηκε δημιουργώντας το Εθνικό Συμβούλιο των Γάλλων Εργοδοτών (CNPF).
Το 1948 ήταν ένα έτος μεγάλων απεργιακών κινητοποιήσεων και, κατά συνέπεια, έντονης καταστολής. Οι απεργίες ήταν μακροχρόνιες, σκληρές. Ένας σοσιαλιστής υπουργός, ο Ζιλ Μος, έστειλε στα ορυχεία του Βορρά λόχους χωροφυλακής και άρματα μάχης, και κήρυξε την περιοχή σε κατάσταση πολιορκίας. Το αποτέλεσμα: Τέσσερις ανθρακωρύχοι σκοτώθηκαν, εκατοντάδες τραυματίστηκαν και δύο χιλιάδες συνελήφθηκαν.
Εκείνο το έτος, ο αριθμός των απεργών ανήλθε σε 6.561.176 και οι ημέρες απεργίας σε 13.133.313!
Ενώ συνεχιζόταν η ανοικοδόμηση της Γαλλίας, οι κυβερνήσεις της Τέταρτης Δημοκρατίας, που διαδέχονταν η μια την άλλη με γοργό ρυθμό, δεν δίστασαν να εμπλακούν σ’ έναν αποικιοκρατικό, καταστρεπτικό και αιματηρό πόλεμο στο Βιετνάμ, αλλά και να προσφύγουν στη βίαιη καταστολή στη Μαδαγασκάρη και στην Αλγερία. Το 1953, οι στρατιωτικές δαπάνες αντιπροσώπευαν το 40% του προϋπολογισμού της Γαλλίας! Η εκπτώχευση της εργατικής τάξης συνεχιζόταν, ενώ τα κέρδη των επιχειρήσεων σημείωναν το ένα ρεκόρ μετά το άλλο.
Τα συνδικάτα αγωνίζονταν σε όλα τα μέτωπα, τόσο εναντίον του πολέμου του Βιετνάμ, όσο και για τη βελτίωση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών. Οι δυνάμεις της καταστολής έπληξαν τους εργαζομένους με όλη τους την ισχύ. Εργάτες σκοτώθηκαν από την αστυνομία ή από τους μπράβους του RPF (Συναγερμός του Γαλλικού Λαού, το κόμμα του Ντε Γκολ), έγιναν αυθαίρετες απολύσεις. Το 1951, σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο 28ο συνέδριο της CGT, 3.500 εργαζόμενοι είχαν διωχθεί ποινικά, 1.200 είχαν καταδικαστεί σε ποινές φυλάκισης, ενώ χιλιάδες συνδικαλιστές και εκπρόσωποι των εργαζομένων είχαν απολυθεί...
Τον Ιούνιο-Ιούλιο του 1953, η κυβέρνηση Λανιέλ εκδήλωσε την πρόθεσή της να υιοθετήσει μια σειρά μέτρων που έθιγαν τα δικαιώματα των μισθωτών: Περιορισμός της κοινωνικής ασφάλισης, αύξηση των ενοικίων, αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης των δημοσίων υπαλλήλων κ.λπ.
Στις αρχές Αυγούστου, ξεκίνησε ένα απεργιακό κύμα στο οποίο, ύστερα από έκκληση της CGT, συμμετείχαν μέλη της FO και της CFTC, καθώς και μη συνδικαλισμένοι εργαζόμενοι. Οι τηλεπικοινωνίες, οι σιδηρόδρομοι, οι δημόσιες υπηρεσίες, τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και φωταερίου, τα μέσα μεταφοράς του Παρισιού παρέλυσαν. Οι τραπεζικοί, οι λιμενεργάτες, οι αξιωματικοί του εμπορικού ναυτικού, οι οικοδόμοι και οι εργαζόμενοι στη μεταλλουργία συμμετείχαν και αυτοί στην απεργία. 4.000.000 άνθρωποι απεργούσαν. Οι εργαζόμενοι δεν υπάκουσαν στις διαταγές πολιτικής επιστράτευσης.
Ήταν αδύνατο να προσφύγει η κυβέρνηση σε μια βίαιη καταστολή μπροστά στο μέγεθος αυτού του κινήματος. Έτσι, αυτό το κίνημα αποδυναμώθηκε με τη μέθοδο του διαίρεσης, καθώς οι ηγέτες της FO και της CFTC, ύστερα από μυστικές διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση, κάλεσαν τους απεργούς να επιστρέφουν στις εργασίες τους.
Ο πόλεμος της Αλγερίας σήμανε το τέλος της Τέταρτης Δημοκρατίας. Η Γαλλία έφτασε στα πρόθυρα του εμφυλίου πολέμου. Η CGT αγωνίστηκε εναντίον του πολέμου. Οι ανθρακωρύχοι και οι μεταλλωρύχοι είχαν το θάρρος να μην υπακούσουν στον Ντε Γκολ, όταν διέταξε την πολιτική επιστράτευσή τους. Δεν είχαν την παραμικρή διάθεση να σταθούν προσοχή μπροστά του, παρόλο που ήταν στρατηγός!
Ακολούθησε ο Μάιος του 1968. «Δέκα χρόνια, φτάνει!»[5] Όμως, τα δέκα εκατομμύρια απεργών δεν κατάφεραν να επιφέρουν, στο κοινωνικό επίπεδο, σημαντικές αλλαγές...
Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζουμε!
«Τι είναι ο παραγωγός; Τίποτα.
Τι πρέπει να είναι; Τα πάντα.
Τι είναι ο καπιταλιστής; Τα πάντα.
Τι πρέπει να είναι; Τίποτα».
ΠΙΕΡ - ΖΟΖΕΦ ΠΡΟΥΝΤΟΝ
Η συνδικαλιστική δράση και η καταστολή της υπήρξαν οι δυο όψεις της πάλης των εργατών εναντίον των εκμεταλλευτών τους. Το είδαμε σε αυτή τη συνοπτική παρουσίαση των αγώνων τους, η οποία αφορούσε κυρίως της Γαλλία. Η καταστολή υπήρξε, δυστυχώς, πολύ χειρότερη σε άλλες χώρες.
Παρ’ όλα αυτά, αν συγκρίνουμε τις συνθήκες ζωής των εργαζομένων στη Γαλλία μέχρι μια σχετικά πρόσφατη περίοδο, με τις συνθήκες ζωής των προγόνων τους τον 19ο αιώνα, διαπιστώνουμε ότι οι αγώνες τους δεν ήταν μάταιοι.
Παραθέσαμε μόνο ως χαρακτηριστικά παραδείγματα μερικές ημερομηνίες και μερικά γεγονότα σε αυτή την αρκετά ατελή συνοπτική παρουσίαση των εργατικών αγώνων και της καταστολής τους. Εκείνο που πρέπει να συγκροτήσουμε είναι ότι η καταστολή των εργατικών αγώνων από την κυβέρνηση και την εργοδοσία υπήρξε πάντα αντιλαϊκή, σκληρή και, σε μερικές περιπτώσεις, ακόμα και απάνθρωπη: Τα γεγονότα του Ιουνίου του 1830, τα γεγονότα του 1848 και η Κομούνα είναι μόνο τα πιο γνωστά εγκλήματα. Οι πράξεις όμως που έχουν γίνει εναντίον της κοινωνικής δικαιοσύνης είναι δεκάδες χιλιάδες, οι εργάτες, οι υπάλληλοι και οι μισθωτοί αγωνίζονται καθημερινά, και καταστέλλονται καθημερινά στις επιχειρήσεις και στα γραφεία όπου εργάζονται. Ένα αφανές, πεισματικό και χωρίς δόξα έργο, που είναι όμως αναγκαίο και γεμάτο θάρρος!
Ο φιλελεύθερος, ο ολοκληρωτικός και ακραίος φιλελεύθερος καπιταλισμός, βασιζόμενος στη γρήγορη πρόοδο των τεχνικών μέσων παραγωγής και στην εκτεταμένη χρησιμοποίηση της πληροφορικής στον τομέα επικοινωνιών, μπόρεσε ν’ αυξήσει σε τόσο μεγάλο βαθμό την ανεργία, ώστε να καταφέρει ν’ αφαιρέσει χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες από τους εργαζομένους ένα μεγάλο μέρος από τα κοινωνικά κεκτημένα που απέκτησαν με πολλούς κόπους. Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας παρουσιάζεται από τον καπιταλισμό και τους γεμάτους ζήλο υπηρέτες του ως η τελική φάση της Ιστορίας, και επομένως ως η αμετάκλητη κυριαρχία αυτού του συστήματος εις βάρος όλων των άλλων πιθανών συστημάτων.
Η ιδέα αυτή έχει διεισδύσει σε πολλά πνεύματα, ακόμα και στα πνεύματα ανθρώπων που διακηρύσσουν ότι σκοπός τους είναι η υπεράσπιση της εργατικής τάξης. Το συνδικαλιστικό κίνημα είναι κατακερματισμένο, όλες οι συνομοσπονδίες δοκιμάζονται από σχίσματα, ο αριθμός των συνδικαλιστικών οργανώσεων αυξάνεται ασταμάτητα, παρ’ όλα που ο αριθμός των συνδικαλισμένων μειώνεται συνέχεια!
Ο συνδικαλισμός έχει δεχτεί σκληρά πλήγματα, έχει νοθευτεί και έχει εκτραπεί από τους αρχικούς τους στόχους, δεν είναι όμως νεκρός. Για να δημιουργηθεί πάλι μια ισχυρή συνδικαλιστική δύναμη, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε αυτό που γράφει ο Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν στην Αθλιότητα της Φιλοσοφίας: «Ο οποιοσδήποτε, για να οργανώσει την εργασία, επικαλείται την αναγκαιότητα της εξουσίας και του κεφαλαίου, ψεύδεται, γιατί η οργάνωση της εργασίας δεν πρέπει να έχει ανάγκη το κεφάλαιο και την εξουσία».
Συνοπτική Βιβλιογραφία
Jean Bruhat και Marc Piolot, Esquisse d'une histoire de la C.G.T., Éditions de la C.G.T., 1966.
Maurice Dommanget, Histoire du Premier Mai, Éditions Archives et documents, 1972.
Fernand Rude, Les Révoltes des Canuts, 1831-1834, Petite Collection Maspero.
C.G.T. Approches historiques. Ινστιτούτο Κοινωνικής Ιστορίας της GFT.
Émile Pouget, La Confédération générale du travail et Le Parti du travail, Éditions C.N.T., Παρίσι 20ο διαμέρισμα, οδός des Vignoles, αριθ. 33, 1997.
George Lefranc. Juin 36, Γ Explosion populaire, Éditions Juillard, 1966.
Gérard Adam, Histoire des grèves, συλλογή «Voir Γ histoire», Éditions Bordas, 1981.
Jean-Pierr Rioux, Révolutionnaires du Front populaire, συλλογή 10/18,1973.
Thierry Laurent, La Mutualitéfrançaise et le monde du travail, Éditions Cooperative d’information et d’édition mutualiste, 1973.
Luttes ouvrières. Éditions Floréal, 1977.
Jean Maitron (επιμ.), Dictionnaire biographique du mouvement ouvrier français, Éditions ouvrières.
Marcel Caille, Les Truands du patronat, Éditions Sociales, 1977.
Σημειώσεις

[1] Ο Αντρέ Ντεβριέν είναι διευθυντής σύνταξης του Monde Libertaire και έχει υπηρετήσει το συνδικαλιστικό κίνημα από πολλές θέσεις (γραμματέας του συνδικάτου των διορθωτών τυπογραφικών δοκιμίων [CGT], μέλος του εθνικού συμβουλίου και του γραφείου της Ομοσπονδιακής Ένωσης Συνταξιούχων του Βιβλίου και των Χαρτοβιομηχανιών [CGT], γενικός γραμματέας και αντιπρόεδρος του επικουρικού ταμείου του Τύπου και του βιβλίου, κ.λπ.).
[2] Στις 11 Νοεμβρίου 1918 υπογράφηκε η ανακωχή που έδωσε τέλος στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Η ημερομηνία αυτή θεωρείται από τους Γάλλους εθνική εορτή. (Σ.τ.Μ.)
[3] Κλάρα Τσέτκιν (1857-1933). Γερμανίδα επαναστάτρια, μια από τις ηγετικές μορφές του κομουνιστικού κινήματος. (Σ.τ.Μ.)
[4] Μετά την ήττα του γαλλικού στρατού του 1940, η Γαλλία διαιρέθηκε από τους Γερμανούς σε δυο ζώνες. Η πρώτη (στο βορρά) ήταν υπό την άμεση κατοχή των Γερμανών, ενώ η δεύτερη διατήρησε μια φαινομενική ανεξαρτησία υπό τον στρατάρχη Πετέν, ο οποίος εγκατέστησε την κυβέρνησή του στην πόλη Βισί. Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση του Βισί συνεργάστηκε απόλυτα με τους Γερμανούς. (Σ.τ.Μ.)
[5] Το 1968 συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια αδιάλειπτης παραμονής του Ντε Γκολ στην εξουσία. (Σ.τ.Μ.)
 
από: e-KOZANH

Δεν υπάρχουν σχόλια: